Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Το καλοκαίρι έχει γίνει ένα ψέμα ή μία ευχή υπό καταδίωξη

Το σώμα δυναστεύεται. Αντί να απελευθερώνεται όσο μεγαλώνουμε, αντί να βρίσκει το δικό του αποτύπωμα, το σώμα μας γίνεται πεδίο καταστολής, πειθάρχησης, αγκύλωσης. Το μαρτυρούν για να το πω χαριτωμένα, οι δεκάδες καθημερινά αναφορές που δεχόμαστε για τις δίαιτες που πρέπει να κάνουμε ενόψει καλοκαιριού, αλλά και οι συνεχείς δημοσιεύσεις για το ποια είναι η κατάλληλη φροντίδα του- πάντα με υψηλό αντίτιμο. Το σώμα μας δεν μας αρέσει, δεν το θεωρούμε φυσικό.
Ακόμα και οι συνεχείς αναρτήσεις στο δίκτυο, προσωπικών φωτογραφιών με μαγιό, όπως κάνουν τόσες χιλιάδες χρήστριες της επικοινωνίας τι άλλο δείχνει παρά την επιθυμία να υποβάλλουμε το σώμα μας σε πλαίσια, να το καταδείξουμε σαν τρόπαιο επιτυχίας και ισχύος.
Φυσικά δεν προλαβαίνουμε. Το καλοκαίρι θα περάσει σαν νεράκι. Το θέρος στην εποχή της κρίσης δεν είναι παρά μία ακόμα εποχή απίστευτου άχθους και δυσαρέσκειας. 
Το ζεστό αεράκι που αρχίζει να κουνάει ελαφρά τα ματοτσίνορά μας δεν ξυπνάει πια τον ερωτισμό του σώματος, δεν μυρίζει τις μέρες της ανάδυσής του. Και η επιθυμία που παλεύει να γίνει θυμιάμα μίας αισιόδοξης ύπαρξης του τώρα, γρήγορα μαζεύεται στο κουκούλι της. Την πρωτοκαθεδρία έχει η είδηση του σκοτεινού μέλλοντος και του γκρίζου παρόντος.
Υπό τις συνθήκες που ζούμε, το καλοκαίρι έχει γίνει ένα ψέμα. Ή μία ευχή υπό καταδίωξη. 

Η σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων στην κρίση


Το ότι τους άλλαξε τους ανθρώπους η κρίση δεν συζητείται, είναι αυτονόητο. Χειρότεροι όμως είναι όσοι γύρισαν ανάποδα, άλλαξαν πλήρως κατεύθυνση. Βέβαια, για να αλλάξεις ρότα, πρέπει να έχεις μία κάποια ευκολία κινήσεων, αλλά συνέβη και στους απόλυτα συμπιεσμένους, στους εγκιβωτισμένους μέσα στην ανάγκη.
Η πρώτη κατηγορία είναι οι επιζήσαντες. Μικροβολεμένοι ή λίγο καλύτερα. Με κάποιο ακίνητο ελεύθερο από χρέη, δουλειά στο Δημόσιο ή κάποια κρατική άκρη για εύκολο εισόδημα, εξοχικό, ασφάλεια. Αυτοί ήταν οι πρώτοι που βγήκαν αγανακτισμένοι για τις περικοπές των μισθών του Δημοσίου και τα χαράτσια. Τους θυμάμαι πάντως επί Μητσοτάκη που κραύγαζαν κατά του «υπερτροφικού κράτους» και των «τεμπέληδων του Δημοσίου». Τους πήρε 20 χρόνια αγώνα για να καταφέρουν να ψωμίζονται κι αυτοί από το Δημόσιο και δεν έχουν καμιά διάθεση να παρατήσουν όσα «κατέκτησαν».
Η άλλη κατηγορία είναι οι ανέστιοι των συναισθημάτων, της λογικής, του λόγου. Αθύρματα της συγκυρίας, βουλιάζουν μέσα στον ρατσισμό και τη βία της ανυπαρξίας τους. Γήπεδο, καφενεία, τσόντες, σίριαλ και πρωινάδικα. Πάμφτωχοι πια, ηττημένοι, στρέφονται όχι σε αυτούς που τους έφεραν σε αυτή τη θέση, αλλά κατά των ξένων, κατά όσων ξεχωρίζουν με το έργο τους, κατά των νέων, κατά των πάντων.
Και δεν είναι μόνο αυτοί βέβαια. Ένας ολόκληρος κόσμος βυθίζεται στην αφασία μίας ύπαρξης χωρίς νόημα. Όποιοι έχουν λεφτά τα καίνε όπως μπορούν. Με ανούσια ταξίδια και άγριες αγορές- προσεκτικά όμως για να μην προκαλούν το ζήλο- και οι πιο καπάτσοι με εξαγορά της απομειούμενης περιουσίας των πένητων. Ανάμεσά τους οι ζηλωτές των αποκρατικοποιήσεων και της εκποίησης της δημόσιας περιουσίας. Και από κοντά οι λειψοί της εμπιστοσύνης, οι άφιλοι και οι άκαρδοι που πουλάνε και τον εαυτό τους ακόμα ακόμα για ένα πέρασμα από το κόκκινο χαλί της επίδειξης- γέμισε ο ντουνιάς του μοντερνισμού από «φιλελεύθερους» και «μεταρρυθμιστές» της κακομοίρας.
Όσοι έχουν λιγότερα λεφτά και ζουν με πιστωτικές και παράταση του χρέους, κοιτάνε με κάθε τρόπο να επιβιώσει η ταμπέλα της ζωής τους. Μικροαστοί, κλεισμένοι στο σπίτι, φοβισμένοι και για πάντα ψυχικά υποταγμένοι, περιμένουν τις καλύτερες μέρες για να ξεμυτίσουν. 
Η κρίση είναι μία αποκάλυψη. Φωτίζει τη σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων και την κάνει να φαίνεται πιο όμορφη. Θολή σαν το δέρμα που αναστηλώθηκε στα χειρουργεία της αιώνιας νιότης, το πίσω μέρος ενός καθρέφτη που αποκρύπτει το θανατικό.