Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Κάτι αλλάζει στη γειτονιά μου

Στους Αμπελόκηπους έχουν κλείσει τα περισσότερα ψιλικατζίδικα. Αν ξεμείνεις πρέπει να περπατήσεις πολύ. Και δεν ήταν κακοί επαγγελματίες όσοι έκλεισαν, το αντίθετο, κάποιοι είχαν και μεράκι και έγνοια για τον πελάτη της τελευταίας στιγμής.
Μόνο που ήταν ακριβότεροι από τα σούπερ μάρκετ. Γιατί να σε προτιμήσει κάποιος σήμερα αν είσαι ακριβός; Δεν έχει ζάχαρη, θα πιεις πικρό καφέ.
Καλά πάνε όμως στη συνοικία τα βιβλιοπωλεία, όσο καλά μπορεί να πηγαίνουν σήμερα τα μαγαζιά. Τα παιδιά έχουν ανάγκες, οι οικογένειες κάνουν ό,τι μπορούν για τα παιδιά τους. Και είναι και η προσωπική επαφή. Λες μια κουβέντα, σου παραγγέλνουν κάτι, σου κάνουν μία μικρή έκπτωση. Έτσι δουλεύει σήμερα ένα βιβλιοπωλείο.
Και οι καφετέριες πάνε καλά. Πάντα θα είναι ευχάριστο να πας μια βόλτα στο κοντινό μαγαζί στην πλατεία για έναν καφέ με φίλους. Μόνο που σήμερα απαιτείται υψηλό σέρβις και καλές υποδομές- υπάρχουν αυτά στην συνοικία.
Η γειτονιά αλλάζει. Προσαρμόζεται στις σύγχρονες ανάγκες για χρήσιμες λειτουργίες.

Η ζωή τρέχει στις γειτονιές της πόλης. Και είναι οι άνθρωποι που σηκώνουν το βάρος. Οι Αρχές είναι αλλού. Πάντα ήταν. Η πλατεία Χατζή, είναι απλώς μια αλάνα. Ούτε την άσφαλτο από τον παλιό δρόμο δεν έχει ξηλώσει ο δήμος. Μια φορά όμως που βγήκε το σχολείο να καθαρίσει, έτρεξε πολύς κόσμος να βοηθήσει. Και τα παιδιά το χάρηκαν. Είπαμε, οι άνθρωποι σηκώνουν το βάρος.
Οι γειτονιές της πόλης επανασυσπειρώνονται, προσπαθούν να βρουν τον δικό τους χαρακτήρα. Μόνες τους. Οι γυναίκες κρατάνε τα παιδιά της γειτόνισσας, τα παιδιά μαζεύονται πολλά μαζί και παίζουν. Η συνοικία δεν διαχέεται πια σε μια άμορφη πόλη, αλλά προσπαθεί να βρει ταυτότητα. Φυσικά είναι δύσκολο πια, χάθηκαν πολλά χρόνια. Τους αδιάφορους τους βλέπεις ακόμα. Οι έφηβοι που σπάνε τις μπασκέτες παίζοντας τους «κακούς», οι οδηγοί με τα ψευδοαγωνιστικά αυτοκίνητα που σπινιάρουν τη νύχτα, οι «νοικοκυραίοι» που γεμίζουν μπάζα τους κάδους.
Θέλουμε πολύ ακόμα.

Στην Καλούτσιανη και τους Αμπελόκηπους, πολλοί ιδιοκτήτες αλλάζουν τα μαγαζιά με τις τζαμαρίες στα ισόγεια των πολυκατοικιών, και τα μετατρέπουν σε μικρά διαμερίσματα. Καλά κάνουν. Πολύς κόσμος ψάχνει ένα μικρό μέρος για να μείνει.
Η κατοικία επιστρέφει. Η πόλη έχει ανάγκη τους κατοίκους της. Η πόλη πρέπει να γίνει το κέλυφος ασφαλείας για τους πολίτες της.

                                                                                                                                 Ελευθερία 15.9.2012
  

 

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

Οι «Άθικτοι» της ωριμότητας

Πρέπει να τριφτείς με τη ζωή δεν γίνεται αλλιώς. Και καμιά φορά μοιάζει ολόκληρη η Ελλάδα να απέχει από τη ζωή, να κοιμάται σε έναν δικό της ύπνο, μακριά από σκοτούρες και διλήμματα. Το σκεφτόμουν όσο έβλεπα την ταινία οι Άθικτοι, την κωμωδία που έσπασε ταμεία στη Γαλλία. Όσο προλάβαινα είναι αλήθεια γιατί είχα λυθεί στα γέλια.
Η υπόθεση είναι απλοϊκή σχεδόν και στηρίζεται σε αληθινή περίπτωση, στο τέλος δε, υπάρχει πλάνο και με τους αληθινούς ήρωες της ζωής.
Στην ταινία, ένας πολύ πλούσιος τετραπληγικός, αναζητά έναν βοηθό. Κι ενώ μπορεί να προσλάβει έναν καταρτισμένο και καλλιεργημένο άνθρωπο που θα τον βοηθάει στις πολλές καθημερινές του ανάγκες, προτιμά να δοκιμάσει έναν άνεργο μαύρο από τα γκέτο του Παρισιού, ο οποίος το μόνο που χρειάζεται είναι μία υπογραφή για να πάρει το επίδομα ανεργίας.
Η δοκιμή αποδεικνύεται πετυχημένη, γιατί το άγριο παιδί, φέρνει και μία νότα περιπέτειας στη ζωή ενός ανθρώπου που είναι καθηλωμένος σε αναπηρική καρέκλα.
Από τη μία πλευρά έχουμε το μύθο του Πυγμαλίωνα, την εκπαίδευση ενός «αγρίου» δηλαδή στον πολιτισμό, στον οποίο αυτός συνεισφέρει την αυθεντικότητα και τη ζωτικότητά του. Φαίνεται ότι ο πολιτισμός μας έχει μετατραπεί σε έναν άνυδρο, βαρετό τόπο, που επικρατούν μεν οι καλοί τρόποι, αλλά συνοδεύονται κι από βαθιά πλήξη.
Από την άλλη, η συνάντηση αποδεικνύει κάτι γνωστό μεν, αλλά ξεχασμένο μέσα στις ρημαγμένες κοινωνίες της ανισομερούς κατανομής του πλούτου που έχει οικοδομήσει η Δύση: Οι άνθρωποι κατά βάση έχουν τις ίδιες ανάγκες. Το χαρισματικό παιδί του γκέτο, έχει ανάγκη την καλή ζωή όπως όλοι, όπως και ο ανάπηρος άνθρωπος θέλει τον έρωτα στη ζωή του. Και οι γυναίκες μπορεί να έχουν γίνει πολύπλοκες πια, όχι όμως και τόσο ώστε να μην επιθυμούν μια αληθινή σχέση. Για το πώς θα πετύχουν τους στόχους τους, θα το δείτε μόνοι σας.
Αυτό όμως που ήθελα να πω στην αρχή,  είναι ότι η γαλλική κοινωνία, αναγκάστηκε από τις καταστάσεις (αποικίες, πόλεμοι, μετανάστευση, γκέτο κλπ) να σκεφτεί πάνω στο μεταναστευτικό και να δοκιμάσει λύσεις, γι’ αυτό και της προκύπτουν αυτές οι ταινίες. Μία λύση είναι να αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους. Μοιάζει λίγο, γιατί δεν αλλάζει τους όρους της εργασίας ας πούμε ή της κατανομής του πλούτου, αλλά έχοντας την ευθύνη του εαυτού σου, μπορεί να δοκιμάσεις τα όριά σου.
Στην Ελλάδα, παρά τις σημαντικές πρώιμες προσπάθειες στον κινηματογράφο όπως το Απ’ το χιόνι του Γκορίτσα ή τις ταινίες του Γιάνναρη και άλλων, απέχουμε πολύ ακόμα από τον προβληματισμό που γεννιέται πάνω στο νέο πολιτιστικό πεδίο που οικοδομείται- αναπόσπαστο κομμάτι του οποίου είναι και οι μετανάστες.
Εμείς είμαστε ακόμα στο στάδιο της απώθησης, κατ’ επέκταση και του μίσους.
Διαβάστε συνεργικά και  τον "Γερμανό μουτζαχεντίν ή Το ημερολόγιο των αδελφών Σίλλερ" του Sansal Boualem απο τις εκδόσεις Πόλις, ή τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Ζαν-Κλωντ Ιζό που επανακυκλοφορούν από τις ίδιες εκδόσεις, για μία άλλη γαλλική θέαση των σύγχρονων αντιφάσεων.

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Από το φετινό Πάσχα θα θυμάμαι τα πράσινα χωράφια στο Σαραντάπορο

Ολοκληρώθηκε ένα γεμάτο διήμερο στο χωριό. Κάνουμε Πάσχα στο Σαραντάπορο από το 2002 από όταν ο Δημήτρης δηλαδή ήταν ενός χρόνου κι αυτό γιατί δεν υπάρχει κι άλλος τρόπος να βλέπουμε τους γονείς της Ελένης. Όταν είσαι μακριά, οι γιορτές είναι μια ευκαιρία να έρθεις κοντά. Φαντάζομαι γι’ αυτό τις ανακαλύψαμε κιόλας.
Υπάρχουν σειρές ολόκληρες από βιβλία και ταινίες που περιγράφουν την ένταση των οικογενειακών γιορτών- προτιμώ μία ελαφρά με την αγαπημένη μου Χόλι Χάντερ, το Home for Holidays. Στην πραγματικότητα, χρειάζεται λίγη υπομονή εκατέρωθεν. Η αλήθεια όμως είναι ότι οι επί μακρόν κάτοικοι των ελληνικών πόλεων, αδυνατούν να βρουν την ηρεμία όπου κι αν τους βάλεις, κατά συνέπεια, είναι αδύνατον να τη βρουν και για τη μία ή τις δύο μέρες των «γιορτών της χριστιανοσύνης». Το να ζεις σε ελληνική πόλη είναι να σε μπαίνεις κάθε μέρα σε ένα μίξερ.
Για μένα δεν υπάρχει πια κανένα μυστήριο σε καμιά γιορτή. Ό,τι ήταν να πάρω το πήρε εκεί κάπου στα 10 μου. Ο Δημήτρης που ακόμα μυείται στον κόσμο μας ρώτησε γιατί εμείς οι αριστεροί γονείς του δεν πιστεύουμε στη μετά θάνατο ζωή. Μια ερώτηση που σε αυτήν την περίπτωση απαντιέται με αμηχανία βέβαια. Γιατί ηχεί όντως τρομακτικό να μην υπάρχει συνέχεια. Απάντησα ότι συνεχίζουμε να πιστεύουμε το ίδιο, χωρίς όμως να έχουμε καμία απόδειξη γι’ αυτό, όπως δεν έχει και η άλλη πλευρά.
Οι 48ώρες του Πάσχα πέρασαν πολύ γρήγορα, βοηθούντος και του ύπνου που μου απορρόφησε τις μισές περίπου. Είδαμε όσους ήταν να δούμε, όλοι είναι καλά ευτυχώς, είπαμε μερικά νέα, ανανεώσαμε τα ραντεβού. Η γιορτή έχει νόημα όσο βοηθάει την αναπαραγωγή της κανονικότητας.
Εφημερίδες πήρα από την Ελασσόνα και η αλήθεια είναι ότι μόνο η Εποχή είχε ενδιαφέρον- είναι αξιοπρόσεκτο πόσα ωραία κείμενα γράφονται για τον Γιάννη Μπανιά.
Το Facebook φτωχό και μίζερο με πολλή ανοησία φορτωμένο πια, αλλά και λίγες καλές στιγμές για να έχει νόημα και τούτο το νταραβέρι- ξεγράφτηκα από πολλές ομάδες που με είχαν γράψει χωρίς να με ρωτήσουν, οι πιο πολλές «αντιμνημονιακές».
Βρήκα χρόνο να τακτοποιήσω και τα αρχεία μου στο λαπτοπ. Και μνημονεύω αυτά τα απίστευτα παιδιά του Σαρανταπόρου που τρέχουν ένα ανοιχτό ασύρματο δίκτυο κι έχουμε δωρεάν ίντερνετ μέσα στο σπίτι.
Τι θα θυμάμαι ίσως από αυτό το Πάσχα; Το πόσο πράσινος ήταν ο τόπος, πόσο ανοιξιάτικος. Ένας ολόκληρος κόσμος ανθεί ακόμα, ερήμην μας. Ευτυχώς.
Επιστρέφουμε σήμερα επιζητώντας και λίγο το δικό μας σπίτι…

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Ζηλεύαμε τα γέλια και τα παπούτσια τους

Έχω δύο δερμάτινα μπουφάν. Ένα παλιότερο που μου πήρε πριν από 12- 13 χρόνια η πεθερά μου. Μου αρέσει πώς παλιώνει μαζί με μένα και μου εντείνει την εμμονή με τα πράγματα που συνηθίζουμε, που αποτελούν το δικό μας μικρό σύμπαν. Το άλλο, μου το δώρισε πέρυσι η αδερφή μου και το συνηθίζω με αργό τρόπο. Και παπούτσια φέτος δεν αγόρασα, έχω ακόμα τα περυσινά και τα προπέρσινα.
Αν χρεοκοπήσει η χώρα, ή αν δεν μπορώ προσωπικά να τα βγάλω πέρα, τα ρούχα μου θα είναι ίδια, οπότε δεν θα στενοχωρηθώ και πολύ. Με στενοχωρεί μόνο η αδικία και όχι η έλλειψη ιδιοκτησίας.
Πού βρίσκεται συνεπώς το πρόβλημα; Γιατί φοβόμαστε τόσο πολύ το μέλλον; Ίσως γιατί θα επιθυμούσαμε πολύ να είμαστε κάποιοι άλλοι, ίσως γιατί μας κόβουν την προοπτική να γίνουμε κάτι άλλο. Αλλά σπάνια μπορείς να γίνεις κάτι που δεν είσαι. Και το ερώτημα ποιος είσαι, επανέρχεται με δριμύτητα, σε εποχές διλημμάτων και μετεωρισμών.
 
Η Μάρω Δούκα, αυτή η τρομερή Ελληνίδα συγγραφέας, που τα συστήματα, τα κόμματα και οι εξουσίες συνειδητά την απωθούν όταν τους γίνεται ενοχλητική (όπως  με την υπόθεση της Υπατίας και των ξένων εργατών που μίλησε δυνατά μαζί με την Καρυστιάνη), είπε κάτι απλό σε συνέντευξή της στο Βήμα, για όσα ζούσαμε:
«Έτσι ή αλλιώς ήταν μια ευημερία πλασματική. Αλλά πέρα από αυτό, εγώ ως άνθρωπος ποτέ δεν αισθάνθηκα την ανάγκη να ζήσω με πολλά, να έχω περισσότερα από δύο ζευγάρια παπούτσια ή ένα παλτό. Αυτός είναι ο χαρακτήρας μου, να ζω λιτά και να μην επηρεάζομαι από τον πλούτο. Πολλές φορές πηγαίνω σε σπίτια πλούσιων φίλων και τα καμαρώνω σαν να είναι δικά μου, δεν ζηλεύω. Αυτό το οφείλω κυρίως στον χαρακτήρα μου. Δεν ήμουν ποτέ το παιδί της φτωχής οικογένειας που φιλοδόξησε να ανέβει κοινωνικά. Την όποια επιβεβαίωσή μου την κέρδισα μέσα από το γράψιμο».
 
Τη νικάω βλέπετε τη Δούκα, έχω περισσότερα μπουφάν, αλλά εκείνη με κατατροπώνει στη γραφή. Αλλά δεν ζηλεύω, αντίθετα ψάχνω να βρω πώς το κάνει και γράφει τόσο απλά και δυνατά.
Και σκέφτομαι ότι το πρόβλημα ήταν ότι ζηλεύαμε όλοι μας πολλοί, επί πολλά χρόνια. Ζηλεύαμε τα σπίτια και τα αυτοκίνητα των άλλων και δεν μας ένοιαζε με ποιο ηθικό πλαίσιο παρήγαγαν τον πλούτο τους. Ζηλεύαμε τη χαρά τους, αλλά δεν κοιτάγαμε να δούμε αν ήταν αληθινά ή όχι τα γέλια της τηλεόρασης. Ζηλεύαμε τη ζωή στον πολιτισμένο κόσμο, αλλά παραβλέπαμε τη σκληρότητα της καθημερινότητας που τη συνόδευε. Και μάθαμε, πολλά χρόνια τώρα, να μην είμαστε καλά μέσα στο πετσί μας, και να ψάχνουμε μονίμως για ένα άλλο δέρμα, για μια άλλη ζωή. Πώς μας ξέφυγε αλήθεια όλη αυτή η ζωή μέσα από τα χέρια μας;

Από την Ελευθερία

Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Ό,τι μπορώ Γιάννη, ό,τι μπορώ... Για τον Γιάννη Μπανιά

Γνώρισα τον Γιάννη Μπανιά το 1988 και διατήρησα μία προσωπική σχέση μέχρι που η σοκαριστική είδηση του θανάτου του, εισέβαλε στην καθημερινότητά μου, όπως έγινε και με εκατοντάδες άλλους φίλους σε όλη την Ελλάδα. Τα χρόνια περνάνε για όλους και το 1988 μοιάζει πολύ μακρινό πια, αν και προσωπικά έχω την αίσθηση ότι ήταν χτες. 
Τότε, χτες, ο Γιάννης μου φαινόταν μεγάλος, πρόσωπο μιας άλλης εποχής. Όταν είσαι νέος, οι άνθρωποι που είναι 50 χρονών κι έχουν ζήσει άλλες ζωές, σου φαίνονται μακρινοί. Ήταν άλλωστε ο ίδιος ένα ιστορικό πρόσωπο ήδη τότε. Το όνομά του το έβλεπες στις δίκες της χούντας και πιο πρόσφατα γεμάτες ήταν οι εφημερίδες με τη θητεία του ως Γραμματέας του ΚΚΕ Εσωτερικού και τη σύγκρουσή του με τον Λεωνίδα Κύρκο για το «Κ» και το χαρακτήρα του ανανεωτικού κομμουνισμού στη χώρα μας. Ο ίδιος όμως ποτέ δεν μιλούσε με «ιστορικότητα», δεν έδινε ίσως και σημασία στο παρελθόν.
Συγκρατώ μία εικόνα γιατί έχει περισσότερη σημασία για μένα- άλλωστε όταν μιλάμε για όσους έφυγαν μιλάμε κυρίως για εμάς και για το κενό που αφήνουν μέσα μας όπως μου είπε χτες και η Όλγα. Μετά την εκλογική αποτυχία του ΚΚΕ Εσωτερικού Ανανεωτική Αριστερά το 1989 και παρά την ολοφάνερη πολιτική αποτυχία του Συνασπισμού των Φλωράκη – Κύρκου, ο Γιάννης είχε απομονωθεί από τα Μέσα Ενημέρωσης αλλά κι από ένα μεγάλο κομμάτι των αριστερών «που είχαν μπει στο παιχνίδι» του ρεαλισμού και της εξουσίας.
Καθόμασταν σε ένα καφέ στην παραλία της Θεσσαλονίκης και μου εξηγούσε ότι σημασία έχει να δημιουργείς πολιτική που να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες. Κι από τότε, λίγο μετά το ’90, έθετε το θέμα της ενότητας της αριστεράς. Αλλά για να σε ακούσουν οι «μεγάλοι» έπρεπε να έχεις ένα βάρος, να μετράς στην κοινωνία. Γι’ αυτό και ο Γιάννης συνέχιζε, ζούσε στο παρόν, έκανε πολιτική για το σήμερα. Κόβωντας ταυτόχρονα τους δεσμούς με το σταλινισμό σε μια διαρκή πάλη για την ανανέωση, κοίταγε συνέχεια για το πού βρίσκεται το διακύβευμα, η μάχη. Άλλοτε ήταν η μάχη κατά του εθνικισμού, κι εκείνα τα χρόνια του ’90 ήταν πολύ βαριά στην Ελλάδα, άλλοτε ήταν τα πολιτικά δικαιώματα, άλλοτε το περιβάλλον και οι τοπικές μάχες για δημόσιους χώρους ή καλύτερη ποιότητα ζωής. Γι’ αυτό και ο ίδιος, σαν να έκανε απλώς ένα βήμα, βρέθηκε μέσα στο διεθνές αντιπολεμικό κίνημα ή στο Παγκόσμιο Φόρουμ. Πήγαινε περπατούσε ο ίδιος στις μεγάλες πορείες του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης κι έτσι έπιανε την ανάγκη για μία νέα αριστερά.
Ο Γιάννης Μπανιάς θα μπορούσε να γίνει ήδη από το 1989 ισόβιος βουλευτής σε τρία κόμματα που του το ζητούσαν. Δεν έγινε. Έγινε το 2007 όταν μπήκε η βάση για ένα κοινό κόμμα της αριστεράς που πάλευε. Αλλά κι αυτό το έκανε στην πορεία της γείωσης όπως του άρεσε να λέει με τις κοινωνικές ανάγκες.
Στον Γιάννη Μπανιά άρεσε να ζει στο σήμερα. Έλεγε ωραίες ιστορίες για το ποδόσφαιρο, για τις θάλασσες, για την Βανέσα Ρεντεγκρέιβ, για τον παραλογισμό των σταλινικών. Και μετά σε ρωτούσε: Κι εσύ σύντροφε τι θα αναλάβεις να κάνεις αύριο το πρωί; Ό,τι μπορώ Γιάννη. Ό,τι μπορώ…


Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Τα διαβάσαμε σίγουρα όλοι μαζί - Με αφορμή όσα είπε ο Πέτρος Κωστόπουλος συν κάποιες μνήμες από το ΚΛΙΚ

Μία παράπλευρη συζήτηση για το περιοδικό «ΚΛΙΚ» ξεκίνησε δίπλα στη μεγάλη συζήτηση για το μνημόνιο, την κρίση και την κατάρρευση του Τύπου. Αφορμή τα οικονομικά προβλήματα της εκδοτικής επιχείρησης του Πέτρου Κωστόπουλου, αλλά και μία ενδιαφέρουσα ανακοίνωση που εξέδωσε ο ίδιος με πολλά αξιοσημείωτα στοιχεία.
Μία κριτική που ασκούν στον εκδότη, είναι ότι επηρέασε αρνητικά την αισθητική της ελληνικής κοινωνίας με τα περιοδικά του. Σαν να λένε ότι το πρόβλημα της κρίσης στην Ελλάδα δεν είναι μόνο το χρέος, αλλά μία συνολικότερη κρίση που φτάνει ως και την αισθητική. Τέτοιες όμως αντιμετωπίσεις μπορεί να γίνουν επικίνδυνες, σε μία εποχή που ευνοεί το κυνήγι μαγισσών και θέλει να σταυρώσει ανθρώπους. Η δημόσια ζωή δεν πρέπει να καταλήξει σε «κρεμάλες στο Γουδί» όπως θέλουν πολλοί, κυρίως για να αποσείσουν τις ευθύνες τους.
Το ΚΛΙΚ λοιπόν δεν φταίει για όσα έγιναν στην Ελλάδα. Πρέπει να έχεις μεγάλο κόμπλεξ για να νομίζεις ότι το εξώφυλλο της Βάνας Μπάρμπα ευθύνεται για το πάρτι στις ΔΕΚΟ, τους εξοπλισμούς του στρατού ή την περιβαλλοντική υποβάθμιση, όλα φαινόμενα εκείνου που ονομάσαμε «ανάπτυξη» σε τούτη τη χώρα.
Το περιοδικό όπως και άλλα περιοδικά και εφημερίδες ευθύνονται γιατί δεν ανέπτυξαν το είδος εκείνης της ερευνητικής δημοσιογραφίας που θα μιλούσε αξιόπιστα για το δρόμο που έπαιρνε η χώρα από το ’90 και μετά. Οι ευθύνες δηλαδή των ιδιοκτητών μεγάλων ΜΜΕ στην Ελλάδα είναι ότι ενώ είχαν την οικονομική ευχέρεια δεν επένδυσαν σε μία δημοσιογραφία ανεξάρτητη και αξιόπιστη, η οποία μάλιστα σήμερα θα συγκρατούσε την απώλεια των αναγνωστών και θα έκανε πιο βιώσιμες τις επιχειρήσεις τους. Το γεγονός ότι ανακάμπτουν διεθνώς τα καλά ΜΜΕ θα πρέπει να προβληματίζει τα εγχώρια.
Αν συνεπώς έχει ένα ενδιαφέρον να δούμε τι έγινε στον Τύπο, καλό θα ήταν να αποφύγουμε τα απωθημένα μας με ό,τι δεν μας αρέσει και να δούμε τη συνολική εικόνα. Να δούμε φαινόμενα όπως των «λαϊκών» φυλλάδων των «προοδευτικών» και της «δεξιάς» που γέμισαν πορνό τα πρωτοσέλιδά τους, να θυμηθούμε τη χυδαία επίθεση του «προοδευτικού» μπλοκ στον Χατζιδάκι, να μην ξεχάσουμε το ρατσισμό, τον εθνικισμό και τον κουτσαβακισμό που απέπνεαν πολλά «κύρια» ρεπορτάζ με αφορμή διάφορα «εθνικά» θέματα, να θυμηθούμε και τη βασική αρχή ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, που κατέκλυσε την πολιτική ζωή του τόπου.
Πιθανά να μην «τα φάγαμε όλοι μαζί», αλλά τα περισσότερα «τα διαβάσαμε όλοι μαζί».
Με την υποσημείωση ότι κάποιοι διαβάζαμε κι άλλα, καλύτερα.

Από τις Αποχρώσεις της Ελευθερίας της 23ης Φεβρουαρίου

* Στο μεταξύ συζήτηση με πολλά σχόλια γίνεται και για μία απάντηση του Γιάννη Αγγελάκα στο Πέτρο Κωστόπουλο από το tvxs

*Προστέθηκε το Σάββατο κι ένα καλό και μετρημένο κείμενο του Ηλία Κανέλλη στα Νέα

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Σώτης Τριανταφύλλου "Για την αγάπη της γεωμετρίας" (και για τη βία ως δομικό στοιχείο της ελληνικής οικογένειας)

Με το μυθιστόρημά της "Για την αγάπη της γεωμετρίας" (εκδόσεις Πατάκη) η Σώτη Τριανταφύλλου επιστρέφει στις μεγάλες αφηγήσεις και καταφέρνει να γράψει ένα βιβλίο με αφηγηματικές αρετές, καθαρούς χαρακτήρες, ιστορικό υπόβαθρο και μία καινούργια ιδέα, αν θα μπορούσε να την πει κανείς έτσι.
Η ηρωΐδα της μεγαλώνει στην Αθήνα και παρακολουθούμε την ημερολογιακή της καταγραφή από το '60 ως το '80. Ιδιαίτερα τα χρόνια πριν και κατά τη διάρκεια της χούντας μοιάζουν με χρονικό που παρουσιάζει μια εικόνα "εκ των έσω" εκείνων που έζησαν με τη δικτατορία, των περισσότερων δηλαδή Ελλήνων μικροαστών. Εκείνων που την έζησαν και δεν σκοτίστηκαν και πολύ και για να τη ρίξουν κιόλας κι ας είπανε άλλα μετά.
Παρ' όλα αυτά όμως, αυτό το κομμάτι του βιβλίου ενώ διαβάζεται εύκολα, μοιάζει να χρησιμοποιείται περισσότερο σαν προετοιμασία για το δεύτερο τμήμα, όπου πια η ηρωϊδα φεύγει από το σπίτι.
Όταν λέμε ηρωΐδα εννοούμε ένα παιδί που του αρέσει το ροκ εν ρολ σε έναν κόσμο που λατρεύει τους νεκρούς του εμφυλίου και μένει δέσμιο μιας πουριτανικής ηθικής πλασσαρισμένης σαν "παράδοση" και ελληνική  "αυθεντικότητα".
Γράφω όμως αυτό το σημείωμα όχι από όρεξη για βιβλιοκρατική (μου έχει φύγει με τα χρόνια η αγωνία να υποβάλλω σε κάποιον τι να διαβάσει), αλλά για να πω ότι η Τριανταφύλλου τολμά να γράψει πως στην ελληνική οικογένεια έδερναν πολύ. Κι ότι επίσης έδερναν πολύ και οι αριστεροί. Τη δέρνει ο πατέρας της, τη δέρνει ο γκόμενός της. Η αριστερά δέρνει όσο και η δεξιά και ο καθένας βαφτίζει τη βία κατά πώς τον βολεύει.
Υπάρχει και κάποιος που δεν ασκεί βία, ο εφηβικός έρωτας της ηρωϊδας. Αυτός όμως φεύγει, δεν παίρνει θέση, επιλέγει να βολευτεί.
Οι Έλληνες άνδρες ήταν άξεστοι, αγροίκοι επαρχιώτες ανίκανοι να προσαρμοστούν στη στοιχειώδη ζωή που απαιτούσε η πόλη γι' αυτό και εκδήλωναν τη βία που κουβαλούσαν, στον πιο αδύναμο, το παιδί, τη γυναίκα, τον διαφορετικό. Το γεγονός ότι αυτό το έντυναν και με ιδεολογία- εδώ η αριστερή- αποδεικνύει ότι τελικά ήταν επιλογή τους η βία και όχι απλή εκδήλωση καταπίεσης.
Νομίζω ότι κανείς άλλος συγγραφέας δεν έχει μιλήσει τόσο καθαρά για τη βία των αριστερών στην καθημερινή τους ζωή κι αυτό συνιστά μια πραγματική συνεισφορά. Που υπερκαλύπτει και τη φανερή έγνοια της συγγραφέως να αποδώσει στην οικογένεια του '70 ή την αριστέρα του '80 όλες σχεδόν τις ευθύνες για το τι ακολούθησε σε τούτη τη χώρα.
Διαβάστε τη "γεωμετρία" ως το τέλος κι ας ευχηθούμε σε όλα τα παιδιά να βρουν τη φωνή τους όσο μεγαλώνουν και το χώρο για να απλώσουν όσα σκέφτονται.

ΥΓ κι ας ελπίσουμε ότι κάποτε θα μιλήσουμε και για την τρέλα που γέννησε η αριστερά και τους νευρωτικούς αριστερούς

ΥΓ2 παρενθετικά, θυμήθηκα τώρα ότι κάτι είχε πει για το θέμα και η Ρεβάνς, η ταινία του 1983.

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Είδα την οικονομία προσωποιημένη, να ανακάμπτει...

Δύο μεγάλες γυναίκες, συζητούν στο κέντρο στα όρθια, με το ύφος της βολεμένης ανώτερης μεσαίας τάξης. Συζητάνε για οικόπεδα και σπίτια που διαπραγματεύονται. Αυτό δείχνει ότι η κοινωνία ανακάμπτει, ότι υπάρχει φως στην ορίζοντα. Απλώς, αυτή τη φορά οι βολεμένοι θα αναγκαστούν να βάλουν λίγα από την τσέπη τους μέχρι να ξανανοίξουν οι δουλειές με το κράτος.
Οι δύο γυναίκες συνεχίζουν την κουβέντα τους. Τα ρούχα τους δείχνουν ότι θέλουν να είναι μικρότερες. Και ποιος δεν θά 'θελε... Όμως τα χρόνια περνούν. Και τα οικόπεδα μένουν. Χωρίς εμάς...

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Αγοράζεις από την αγορά της γειτονιάς σου μόνο αν την εμπιστεύεσαι...

Σε ένα μαγαζί της πόλης μου είπαν ότι δεν έχουν ένα ανταλλακτικό γιατί "έκλεισε το εργοστάσιο". Όμως πλέον μπορείς να πληκτρολογήσεις το όνομα του εργοστασίου στο google και να βρεις άμεσως τι έγινε. Το συγκεριμένο δε, είχε και ελληνικό σάιτ και σου έστελνε ό,τι ήθελες σπίτι σου με αντικαταβολή.
Δεν το χρειάστηκα όμως... Πήγα σε ένα μαγαζί παρακάτω και βρήκα αυτό που ήθελα...
Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι ανόητο να κοροϊδεύεις τον πελάτη σου. Θα σε προτιμήσει μόνο αν σε συμπαθεί και σε εμπιστεύεται... Αλλιώς πάει παρακάτω.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Στάθηκα για λίγο στα γυάλινα παράθυρα


Όταν κάνει κρύο στα Γιάννενα, όταν έχει χιονίσει στα βουνά, όταν πέρασε ο αέρας και τα πήρε όλα, τότε τίποτα δεν υπάρχει ανάμεσα σε εμάς και στα γυάλινα παράθυρα...


Σταμάτησα το αυτοκίνητο για να βγάλω μερικές φωτογραφίες, ένα διάλλειμα καθαρότητας μέσα σε αυτήν την καταθλιπτική βρώμα της καθημερινότητας που έχουν καταντήσει οι μέρες μας...


Χαιρέτησα κι επέστρεψα στην οικεία χλόη...

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Από το γηπεδάκι της ΧΑΝΘ στη Σεζάρια Εβόρα και τους local heroes

Το να είσαι ξυπόλητος δεν είναι κακό πράγμα, ούτε άξιο περιφρόνησης. Οι «ξεβράκωτοι», άλλωστε έκαναν πολύ περισσότερα για τη δημοκρατία μας από όσα οι λόγιοι ή οι πολιτικοί κι ας μην έγραψε ποτέ η ιστορία το όνομά τους.
Η Σεζάρια Εβόρα έφυγε από τη ζωή, με τον τίτλο τιμής «ξυπόλητη ντίβα», έμαθε τους Ευρωπαίους ότι το τραγούδι μπορεί να είναι και τρόπος ζωής και εισήγαγε το Πράσινο Ακρωτήριο στην «επώνυμη» γεωγραφία.
Ο αθλητισμός πολλές φορές μας έχει δώσει παραδείγματα για τη δύναμη του «μικρού» και του άσημου, και έχει ανοίξει τους ορίζοντές μας προς ένα διεθνές πεδίο πραγματικής αποδοχής του διαφορετικού και του πολυεθνικού. Αν κάτι παραμένει ακόμα όμορφο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, δεν είναι η είσοδος των ομάδων, όπου μαθαίνουμε από τις πινακίδες τα ονόματα περίεργων και μακρινών κρατών; Τι είναι άραγε εκείνο που τους παρακινεί να συμμετέχουν στον αγώνα;
Στην ελληνική πραγματικότητα, τα πρωταθλήματα στα περισσότερα αθλήματα βυθίζονται από την απουσία πόρων και χορηγών. Ακόμα και το μόνιμο αποκούμπι, το κράτος και το δημόσιο χρήμα, έχει παραδώσει το πνεύμα. Αποδεικνύεται έτσι ότι το οικοδόμημα της δεκαετίας του ’90 με τα «δημοφιλή» αθλήματα, τις «επίσημες αγαπημένες» και τους «μεγάλους χορηγούς», δεν ήταν παρά ένας πομφόλυγας, ένα ψέμα το λιγότερο. Το κράτος μοίραζε λεφτά που δεν του ανήκαν όπως ξέρουμε σήμερα και πολλοί ιδιώτες χορηγούσαν όσα έπαιρναν από τα φύκια του χρηματιστηρίου ή από το ίδιο το κράτος. Τι φαύλος κύκλος… Και τι ψέμα… Σαν τα εθνικά δάκρυα των πρωταθλητών μας στο βάθρο των μεταλλίων, σκασμένοι από το ντόπινγκ βέβαια κι όχι από τη συγκίνηση.
Και τώρα τι θα γίνει; Τίποτα δεν θα γίνει. Οι έξυπνοι και λογικοί θα επιστρέψουν στο ξυπόλητο τάγμα, εκεί από όπου ξεκίνησε ο ελληνικός αθλητισμός. Όταν είδα κάποτε το γηπεδάκι της ΧΑΝΘ στη Θεσσαλονίκη, έπαθα πολιτισμικό σοκ από το πόσο μικρό ήταν αλλά και από πόσους μεγάλους μπασκετμπολίστες είχε φιλοξενήσει. Τουλάχιστον σήμερα έχουμε ωραία γήπεδα, έχουμε κάποια παράδοση, υπάρχουν ακόμα επιτυχημένα μοντέλα και καλές ομάδες από ‘δώ κι από ‘κεί. Ας κρατήσουμε ό,τι μπορούμε κι ας επιστρέψουμε στα βασικά: Στην ομάδα – κύτταρο που στηρίζεται στα δικά της παιδιά, στις μικρές κοινωνίες που θέλουν να βλέπουν στο γήπεδο τους δικούς τους local heroes, στις πατρίδες που θέλουν να ζουν τίμια και στους ανθρώπους που ξέρουν ότι το παιχνίδι έχει σημασία. Πάνω από όλα το παιχνίδι…

Δημοσιεύτηκε στην Αθλητική Γνώμη 18.12.11

Τα Γιάννενα ως ελτοράντο παρακμής...

Λίγα χιλιόμετρα έξω από το κέντρο των Ιωαννίνων, πίσω από το αεροδρόμιο στην περιοχή του Βιολογικού Καθαρισμού, δεν υπάρχει παρά μία στέπα από υγρά χωράφια, λάσπες, κανάλια γεμάτα νερό και σκουπίδια. Το λεκανοπέδιο Ιωαννίνων, εκεί που κάποτε ήταν μία λίμνη που αποξηράνθηκε για χέρσες σήμερα εκτάσεις, ως ελτοράντο παρακμής...