Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Ποιος θα σωθεί πρώτος



Η συνταξιούχος Βελγίδα από τις Βρυξέλλες μας λέει ότι δύσκολα θα βάλει πετρέλαιο φέτος. Και κάνει πολύ κρύο στη μεγάλη πρωτεύουσα της Ευρώπης το χειμώνα. Η σύνταξή της από το Δημόσιο είναι 1800 ευρώ, αλλά το ενοίκιό της είναι 900 ευρώ το μήνα. Και η ζωή είναι ακριβή στην πόλη για να περισσεύουν λεφτά. Αναλογίες μπορούμε να βρούμε πολλές. Ο συνταξιούχος των 800 ευρώ στην Αθήνα με ενοίκιο 350 ευρώ για ένα δυάρι επιβιώνει με την ψυχή στο στόμα κάθε μήνα. Κατά πάσα πιθανότητα ούτε αυτός θα βάλει πολύ πετρέλαιο φέτος. Στα χωριά τώρα τα πράγματα είναι αλλιώς… αλλά κατά βάση ίδια. Δύο ηλικιωμένοι με 600 ευρώ σύνταξη από τον ΟΓΑ τα καταφέρνουν αν ξοδεύουν μόνο για φαγητό και έχουν και κήπο. Μπορεί να βοηθάνε και τα παιδιά από την πόλη. Η βασική εικόνα όμως δεν αλλάζει. Όποιος ζει σήμερα περιμένοντας από το Δημόσιο, δύσκολα τα βγάζει πέρα. Και το ότι είναι επισφαλής σήμερα ακόμα και η σύνταξη ενός κεντροευρωπαίου, δείχνει πολλά για όσα έρχονται στο μέλλον.
Μπορεί άραγε να υπάρξει μία διέξοδος σε όλα αυτά που συνιστούν τη μεγάλη κρίση; Πολλοί στην Ελλάδα επιχειρούν να φτιάξουν κάποια μοντέλα που από μόνα τους θα φέρουν την κάθαρση. Ένα τέτοιο είναι η έξοδος από το ευρώ και η υιοθέτηση της δραχμής. Παρακάμπτουμε το γεγονός ότι το ίδιο σενάριο το προωθούν και σκληροί, πυρήνες στην Ευρώπη που μοιάζει να μην ενδιαφέρονται καθόλου για την τύχη του Νότου. Όσοι όμως επεξεργάζονται σχέδια και μοντέλα, είτε αριστεροί αντιευρωπαϊστές είναι είτε εκπρόσωποι του βορειοευρωπαϊκού κεφαλαίου, ξεχνούν μία βασική παράμετρο, τον ανθρώπινο παράγοντα και τη συμμετοχή του. Ποιος θα υλοποιήσει το σχέδιο για την επιστροφή στη δραχμή; Γιατί να συμφωνήσει σε αυτό το σχέδιο ο συνταξιούχος των 300 ευρώ που θα γίνουν αμέσως 150 με την υποτίμηση που θα προκύψει; Και πώς θα μειωθούν οι ανισότητες, όταν κάποιοι θα διαθέτουν μεγάλους πόρους σε ευρώ και δολάρια και κάποιοι άλλοι θα βγάζουν από τα ΑΤΜ τους υποτιμημένους μισθούς τους;
Και φυσικά το ευρώ μπορεί να καταρρεύσει τα επόμενα χρόνια, ακριβώς γιατί δεν μπορεί να ισορροπήσει όλες αυτές τις ανισότητες στην Ευρώπη. Όμως, μπορεί άραγε ένας λαός, όπως ο ελληνικός, που δεν έχει δα και καμιά σοβαρή παραγωγική βάση ώστε να αυτονομήσει την οικονομία του σε περίπτωση ευρω - κατάρρευσης, μπορεί αυτός ο λαός, να τη γλυτώσει μόνος του; Να καταφέρει να σωθεί ο συνταξιούχος του ΟΓΑ στην Ελλάδα και να αφήσει στην τύχη του τη Βελγίδα με τα 1800 ευρώ το μήνα; Κατά πάσα πιθανότητα αν διαλυθεί το ευρώ, περισσότερες πιθανότητες έχουν να σωθούν οι Βέλγοι παρά οι Έλληνες.

Αποχρώσεις 19.11.11

Από την τροφή στην ιστορία και το μέλλον- Για τον Αλέξανδρο Γιώτη


Η απώλεια του μάγειρα Αλέξανδρου Γιώτη δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη και νομίζω ότι όσοι τον γνώρισαν κάτι θα κάνουν γι’ αυτό. Ο Αλέξανδρος ήταν ένας μάγειρας που ήξερε για ποιον λόγο μαγείρευε και υπό αυτήν την έννοια ήταν καλλιτέχνης.
Τώρα, στην εποχή μας όλα μοιάζουν ισοπεδωμένα και γι’ αυτό και το φαγητό μας μοιάζει ενίοτε σαν πατημένο λάστιχο. Γνωρίζοντας τον Γιώτη καταλάβαινες ότι τον απασχολούσε κάτι άλλο, πιο βαθύ από τα υλικά του. Σε μία δημόσια συζήτηση που είχαμε ήθελε να μιλήσει για την ιστορία, τον τόπο, το χρόνο, όπως έβγαιναν μέσα από την τροφή. Κι αυτό το βάθεμα ήταν τελικά αυτόν που τον έκανε ξεχωριστό.
Από εκεί και πέρα, η χαρά της ζωής είναι η ελαφρότητά της. Αυτή η αίσθηση της γιορτής που σου χαρίζει ένα νόστιμο φαγητό, το πνεύμα της γης που βγαίνει μέσα από τα ποτά, τα αρώματα που αναπνέουν από τα υλικά που ανασυντίθενται.
Η γαστρονομία μας ανοίγει δρόμους που μπορούν να μας πάνε μακριά. Μας δίνει ακόμα και λύσεις για την ανάπτυξη του τόπου και την οικονομία, μας φτιάχνει καλύτερες κοινωνίες.
Φυσικά, όλους αυτούς τους κόσμους που ανοίγονται, δεν μπορούμε να τους δούμε σήμερα που το βλέμμα μας είναι περίκλειστο και το κεφάλι έχει χαμηλώσει. Αναρωτιέσαι όμως πώς θα ξυπνήσει μέσα μας η αίσθηση, πώς θα ξεπηδήσει το χαρμόσυνο νεύμα για μια άλλη, καλύτερη ζωή, αν δεν διαβάσουμε, δεν συνομιλήσουμε, δεν κοιτάξουμε. Η απώλεια ενός ανθρώπου, είναι στην ουσία η απώλεια ενός κεφαλαίου, ενός αποθέματος. Ο Αλέξανδρος άφησε πίσω του βιβλία, μνήμες, διδάγματα. Κάτι να τα κάνουμε…
 
Αποχρώσεις 18.11.11

Μαθαίνοντας την αλληλεγγύη

Σιγά σιγά, οι δήμοι της χώρας αναπτύσσουν κοινωνικές δομές που παρέχουν υπηρεσίες κατευθείαν στον δημότη που έχει ανάγκη. Τα κοινωνικά ιατρεία και το κοινωνικό παντοπωλείο που ανακοίνωσε χτες ο Δήμος Ιωαννιτών είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πολλά είναι τα παραδείγματα και στην υπόλοιπη Ελλάδα, κάτι που δείχνει ότι η κρίση επιταχύνει από μόνη της τις πρωτοβουλίες. Πριν από μόλις δύο χρόνια, δεν θα σε άκουγε καν ο δήμαρχος με ένα τέτοιο αίτημα, για να αποδειχθεί για μία ακόμα φορά ότι είναι η ανάγκη που σε κάνει να προχωράς. Και θα είναι πολύ παρήγορο αν όλες αυτές οι ανάγκες που γεννάει η κρίση ικανοποιηθούν κάποτε και με πραγματικές πρωτοβουλίες υπέρ της κοινωνίας.

Παράδοση
Οι κοινωνικές δομές αλληλεγγύης μοιάζουν καινοφανείς και ανακοινώνονται με συνεντεύξεις τύπου και μία κάποια επισημότητα, αλλά δεν είναι πρωτόγνωρες. Αντίθετα αποτελούν μέρος μιας πολύ μεγάλης παράδοσης, οικείας ακόμα στους ηλικιωμένους Έλληνες. Τα παιδιά των Παιδοπόλεων για παράδειγμα, ξεχωρίζουν στη μνήμη τους, την οργάνωση και τη φροντίδα που είχαν για το φαγητό και το ντύσιμό τους. Και μπορεί σήμερα να ξέρουμε τον ιδεολογικό ρόλο που έπαιζαν τέτοιες πρωτοβουλίες μέσα στο Ψυχροπολεμικό πλαίσιο της μεταπολεμικής περιόδου, όμως η πραγματική κοινωνική ανάγκη για να σωθούν τα παιδιά ήταν υπαρκτή. Και η άλλη πλευρά όμως, των αριστερών, τονίζει ακριβώς τη φροντίδα των παιδιών που έγιναν δεκτά με το τέλος του εμφυλίου στις σοσιαλιστικές χώρες. Αν τα δούμε όλα αυτά με μία απόσταση και με μία ιδεολογική αποφόρτιση, θα καταλάβουμε ότι μοιάζουν οι εποχές στην ανάγκη να σωθούν οι άνθρωποι από τη φτώχια και την εξαθλίωση.

Αλλαγές
Το αίτημα για κοινωνικές δράσεις συνηθίσαμε να το ακούμε έντονα από την αριστερά κυρίως, παρ΄ όλα αυτά τις τελευταίες δεκαετίες ακόμα και αριστεροί δήμοι στη χώρα μας δεν έδωσαν βάρος στα δίκτυα του εθελοντισμού και της αλληλεγγύης. Υπήρχε και χρήμα ίσως στην ελληνική κοινωνία που έφτανε και στον φτωχό ακόμα, με έναν ίσως στρεβλό τρόπο. Ένα μεροκάματο από εδώ, ένα επίδομα από εκεί, κάπως κρύβαμε το πρόβλημα κάτω από το χαλί.
Στη Δυτική Ευρώπη από το ’60 κυρίως και μετά αναπτύσσονται δίκτυα είτε μέσω τμημάτων της κοινωνικής αριστεράς (έννοια μάλλον άγνωστη στην Ελλάδα μετά το ’74, που όλα ήταν πολύ… κομματικά θα λέγαμε), είτε από άλλα δίκτυα όπως προοδευτικών μερίδων της εκκλησίας. Τα συσσίτια, οι ξενώνες, οι ομάδες αυτοβοήθειας είναι εδώ και πολλά χρόνια ενταγμένα στην κουλτούρα των κοινωνιών του «προηγμένου κόσμου».
Θέλουμε δηλαδή να πούμε, ότι και στην Ελλάδα ψηλαφούμε πια έναν δρόμο που έχει περπατηθεί στο παρελθόν και όσο κι αν μας κακοφαίνεται εμάς που ζήσαμε τη «χλιδή» του ’90 και του 2000, πρέπει να τον περπατήσουμε με γρήγορο βηματισμό πια. Ο εθελοντισμός  και η αλληλεγγύη, δοκιμασμένες πρακτικές ανάμεσα στους Έλληνες όλα τα δύσκολα χρόνια του 20ου αιώνα, μπορούν να γίνουν τώρα, με θεσμική ή όχι βοήθεια, ένα κομμάτι της καθημερινής μας πολιτικής πρακτικής. Και ποιος ξέρει, μπορεί αυτός ο δρόμος να αποδώσει πολιτικά στο μέλλον, περισσότερο από τις συσκέψεις των κλειστών γραφείων.

Αποχρώσεις 18.11.11

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Οι ευτυχισμένες μέρες

Η ζωή σπάνια φλερτάρει με το απόλυτο. Τις περισσότερες φορές είναι ερωτευμένη με το διάχυτο, το πολλαπλό, το διαφοροποιημένο. Γι’ αυτό και οι «καθαρές» θεωρίες για τη ζωή, σταθερά αποτυχαίνουν, αν δεν έχουν στο μεταξύ γίνουν αιτίες για καταστροφές και «εκκαθαρίσεις».
Είναι σαν τα τραγούδια της Ματούλας Ζαμάνη, μερικά από τα οποία μπορεί να τα λατρέψεις ενώ όταν τα είχες πρωτακούσει από άλλα χείλη, τα είχες μισήσει. Γι’ αυτό καλύτερα ποτέ να μη λες ποτέ και να είσαι πάντα έτοιμος για την ανατροπή και την απομυθοποίηση.
Και δεν υπάρχει χειρότερη περίπτωση ανθρώπου από εκείνον που αδυνατεί να αυτοσαρκαστεί και παίρνει πολύ σοβαρά τον εαυτό του. Αν υπάρχει βλάκας άνθρωπος, είναι εκείνος που δεν πιστεύει ότι είναι φτιαγμένος από χώμα, κι ότι σε χώμα θα καταλήξει. Κι αυτός ο άνθρωπος διακρίνεται, από την υπερηφάνεια με την οποία επιδεικνύει την άγνοιά του.
Αλλά δεν ήθελα να πω για αυτό το είδος ανθρώπου, το οποίο πάντα φοβάμαι (η άγνοια είναι ιστορικά η μήτρα του φασισμού) και πάντα απομακρύνομαι από κοντά του, όσο για την ανάγκη που έχουμε όλο και πιο έντονα, να ξεπεράσουμε τα όριά μας, να σβήσουμε τις καθαρές γραμμές, να μπερδευτούμε με τους ανθρώπους, τις ιδέες, τα ερωτήματα και τις απαντήσεις.
Οι μέρες που περνάμε μας κάνουν φοβικούς και μικροπρεπείς, μας περιορίζουν στον σκοτεινό εαυτό μας (σε αυτόν που κατάγεται από τα ερπετά) και απωθούν τα καλύτερα χαρακτηριστικά μας.
Πολλοί ελπίζουν ότι όταν θα έρθουν οι καλύτερες μέρες, θα γίνουν κι εκείνοι καλύτεροι, αλλά δεν πάει έτσι. Αν έρθουν κάποτε οι ευτυχισμένες μέρες, κατά πάσα πιθανότητα θα μας βρουν ακόμα βουτηγμένους στο βουνό με τα σκουπίδια.
Πολλοί μάλιστα είναι τόσο σίγουροι για τον εαυτό τους και τις δυνατότητές τους, που δεν βλέπουν καν πόσο βουτηγμένοι είναι μες στα σκουπίδια.
Αν τώρα, λοιπόν, δεν γίνουμε καλύτεροι, αν τώρα δεν γελάσουμε, δεν αφιερωθούμε, δεν κάνουμε αυτά που επιθυμούμε και μπορούμε, ε, δεν θα τα κάνουμε ποτέ. Άλλωστε οι ευτυχισμένες μέρες δεν έρχονται ποτέ από μόνες τους, πρέπει κάτι να κάνουμε κι εμείς γι’ αυτό…
Αποχρώσεις 15.11.11

Και τελικά ποιος κέρδισε με τη μεταβατική κυβέρνηση;

Το Σάββατο το πρωί, η βόλτα στο κέντρο της πόλης, δεν είχε βρει ακόμα απαντήσεις. Ποιος κέρδισε τελικά από τη συγκυβέρνηση; Το ΠΑΣΟΚ ή η Νέα Δημοκρατία; Θα φύγει κι από το κόμμα ο Γιώργος Παπανδρέου, θα κυβερνήσει ο Αντώνης Σαμαράς;
Το γκάλοπ μεταξύ φίλων και γνωστών στο δρόμο, δεν έδωσε καθαρές απαντήσεις. Ακόμα χειρότερα, οι απαντήσεις ήταν όσοι και οι ερωτώμενοι.
Τη δεκαετία του ’60 κάποιος πολιτικός αναρωτήθηκε «ποιος κυβερνάει αυτόν τον τόπο;», ενώ ένας άλλος κήρυξε ανένδοτο ενάντια σε αυτούς που κρύβονταν πίσω από τις κουρτίνες της εξουσίες. Κι όμως, και οι δύο εκείνοι πολιτικοί, των οποίων οι απόγονοι συνέχισαν να κυβερνάν τη χώρα μέχρι σήμερα, εκείνοι οι δύο μεγάλοι πολιτικοί, ο Καραμανλής και ο Παπανδρέου, όταν είχαν στα χέρια τους την εξουσία και την ελέγχαν, ούτε απορίες είχαν, ούτε στο δρόμο της σύγκρουσης κατέβαιναν.
Για να απαντήσουμε συνεπώς ποιος κέρδισε αυτές τις μέρες τις δικές μας, πρέπει να δούμε ποιος κατέχει ακόμα την εξουσία.

Στο πολιτικό πεδίο, η διακυβέρνηση παραμένει στα χέρια του ΠΑΣΟΚ, με την προσθήκη της ΝΔ και του ΛΑΟΣ. Και τα τρία αυτά κόμματα συνεπώς είναι κερδισμένα. Η αποτυχία δε της πολιτικής της προηγούμενης κυβέρνησης Παπανδρέου, κάνει ακόμα πιο σαφές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μία αλλαγή σκηνικού, με τρία τουλάχιστον κόμματα να βάζουν γερό πόδι στο θώκο της εξουσίας.
Το ΠΑΣΟΚ καταφέρνει να έχει ακόμα υπουργούς παρόλο που έχει οδηγήσει τη χώρα σε μία απίστευτη ύφεση και έχει αυξήσει τους ανέργους στο 1 εκατομμύριο κοντά. Το γεγονός επίσης ότι ένα κόμμα του 30% κι ένα άλλο του 5% μόλις πριν από δύο χρόνια, καταφέρνουν σήμερα κι έχουν πάνω από τέσσερις υπουργούς, συνιστά επιτυχία.

Ο Γιώργος Παπανδρέου βέβαια χάνει, αφού κανείς δεν πιστεύει και δεν θέλει να πιστέψει ότι μπορεί να επανακάμψει με την ίδια πολιτική του μνημονίου. Ο Αντώνης Σαμαράς όσο κερδίζει από τη μία μεριά που είπαμε- που έκανε δηλαδή ξανά τη ΝΔ κόμμα εξουσίας- άλλο τόσο χάνει από την άλλη, από την κομματική του βάση που δεν μπορεί να πιστέψει πως συγκυβερνά με όσους ήθελε να διώξει «με ελικόπτερο». Ο Γιώργος Καρατζαφέρης κερδίζει περισσότερο από όλους γιατί από τα «άκρα» που τον είχε εξορίσει ο Καραμανλής, έρχεται στο κέντρο, αποκτώντας μάλιστα και κεντρώο πολιτικό προφίλ και πρόγραμμα. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε τι θα πει και η βάση του βέβαια στις εκλογές ειδικά όσοι πίστευαν μέχρι σήμερα ότι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι οι «ξένοι».
Α, τι θα γίνει στις εκλογές; Αν γίνουν ποτέ- γιατί χλωμό το βλέπουμε για τις 19 Φεβρουαρίου- αναμένεται να γίνει χαμός. Ποιος είδε το μνημόνιο και δεν το φοβήθηκε… Ή αλλιώς όλοι θα κάνουν ότι δεν κατάλαβαν πώς βρέθηκαν υπουργοί από τη μία μέρα στην άλλη. Απεταξάμην το μνημόνιο, απεταξάμην…

Αποχρώσεις 15.11.11

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Απολογισμός που αλλάζει το παρελθόν



Και χίλια χρόνια να περάσουν εμείς δεν θα καταλάβουμε ποτέ πώς φτάσαμε στη χρεοκοπία. Και είναι λογικό να χανόμαστε γιατί δεν είμαστε όλοι στην ίδια θέση, δεν έχουμε όλοι τις ίδιες ευθύνες, δεν έχουμε καν τις ίδιες ανάγκες. Κι από ταχύτητες, χιλιάδες, ο καθένας μας κι από μία. Καλό θα ήταν βέβαια σε λιγότερο από  χίλια χρόνια, να καταφέρουμε να κάνουμε έναν κάποιο απολογισμό, γιατί αυτό θα μας βοηθήσει να κάνουμε ένα καλύτερο βήμα στη συνέχεια.
Όμως και ο απολογισμός ύποπτος μου φαίνεται. Γιατί κι αυτός, ή τέλος πάντων αυτό το είδος απολογισμού που μας προτείνεται, λειτουργεί πάνω μας σαν πρέσα, σαν βάρος που μας πιέζει προς συγκεκριμένες οδούς. Στην ουσία, αυτές τις μέρες, όταν κάνουμε τον όποιο απολογισμό, προσωπικό ή συλλογικό, καθοδηγούμαστε να μετράμε τα «πόσα φάγαμε», «πόσα δανειστήκαμε», «πόσα σπαταλήσαμε». Όταν όμως ο ρυθμός της ανάπτυξης της χώρας ήταν 5% κάθε χρόνο, αυτό θεωρούνταν επιτυχία του κυβερνητικού έργου, επιτυχία δηλαδή κάποιου σχεδιασμού, κάποιων συγκεκριμένων πολιτικών. Ανάλογα ήταν και με το Χρηματιστήριο, το οποίο όταν έτρεχε σαν φεράρι, όλα ήταν καλά και έρχονταν σαν αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής των τότε κυβερνήσεων. Όταν το χρηματιστήριο έπεσε στα τάρταρα, οι πολιτικοί είπαν στον κόσμο «ας προσέχατε πού επενδύετε τα λεφτά σας».
Είναι αξιοσημείωτο μάλιστα ότι μέρος του πολιτικού προσωπικού του 2000 επανακάμπτει στη νέα συμμαχική κυβέρνηση, οπότε είναι σαν μας λένε ότι εκείνοι, οι πολιτικοί,δεν ευθύνονται.
Ο απολογισμός που μας ωθούν να πράξουμε, είναι ένα καλά μελετημένο σχέδιο ώστε να επανασχεδιαστεί το παρελθόν έτσι ώστε σε λίγα χρόνια κανείς να μην θυμάται τι έγινε στην Ελλάδα τις δεκαετίες του ’90 και στη συνέχεια. Αυτό που θα μείνει να θυμόμαστε είναι ότι ευθύνονται για όλα προσωπικά οι Έλληνες.

Αποχρώσεις 12.11.11

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Γιατί ο Αρμένης τα καίει όλα στο Όλα είναι δρόμος του Βούλγαρη


Η ποδηλάτισσα στο δρόμο κινούνταν στη μέση της οδού, έχοντας φτιάξει πίσω της μια μεγάλη ουρά που κινούνταν στο ρυθμό των 15 χιλιομέτρων της. Της κόρναρα ελαφρά και φάνηκε να δυσανασχετεί αλλά κατάφερε να κινηθεί στην άκρη του δρόμου. Όσο κι αν δεν ακούγεται πολιτικά ορθό, οι δρόμοι δεν ανήκουν στα ποδήλατα. Ανήκουν και στα ποδήλατα, και στα αυτοκίνητα και στους πεζούς. Ανήκουν ακόμα και στα αδέσποτα και να το θυμούνται αυτό όσοι τα βάζουν σημάδια με τους προφυλακτήρες.  Κι ακόμα κι ένας οικολογικός τρόπος ζωής όπως η πεζοπορία ή το ποδήλατο δεν μπορούν να δρουν κατά των άλλων τρόπων ζωής.
Και οι νέοι οδηγοί το παθαίνουν αυτό. Κινούνται πάντα στο μέσο του δρόμου, κοντά στη διαχωριστική γραμμή με τον κίνδυνο να πέσουν πάνω στους απέναντι, έχοντας όμως φόβο μήπως βρεθούν εκτός αν κινηθούν στην άκρη του δρόμου
Η μέση οδός θεωρείται έτσι κι αλλιώς ασφαλής. Από μικροί μαθαίνουμε να μην ξεχωρίζουμε, να κινούμαστε με τη μάζα, να μην διαφοροποιούμαστε. Μας ζητάνε βέβαια να υπερκεράσουμε τους αντιπάλους, να υπερνικήσουμε τις αντιξοότητες και να πετύχουμε, αλλά χωρίς να φαίνεται η αλαζονεία μας, χωρίς να συγκεντρώνουμε τα βλέμματα πάνω μας.
Γι’ αυτό και τελικά σπάνια ευχαριστιόμαστε την επιτυχία μας ακόμα κι αν έρχεται με τίμιο τρόπο. Αντίθετα, οι περισσότεροι, δεν αισθάνονται ποτέ ικανοποίηση, αφού η επιτυχία τους συνδέεται πάντα με την κατίσχυση επί του άλλου. Νικάω, επειδή χάνει και ο άλλος.
Η αντίφαση όμως είναι εντυπωσιακή. Αν το μήνυμα που λαμβάνει η κοινωνία είναι ότι πρέπει να είσαι και πετυχημένος και συντηρητικός, αν το πρότυπο της επιτυχίας είναι να είσαι ταυτόχρονα κυρίαρχος αλλά και «καλό παιδί», τότε δεν θα πετύχεις το στόχο. Γιατί στον άνθρωπο δεν μπορεί να μπει το χαλινάρι του μέσου όρου. Αντίθετα, η κοινωνία είναι σύνολο και όχι άθροισμα, είναι συμπύκνωση, σύνθεση της διαφορετικότητας και όχι πρόσθεση.
Από ένστικτο βέβαια οι Έλληνες την κατάλαβαν την αντίφαση και αντιστάθηκαν. Κυριολεκτικά τα έκαψαν όλα, όπως κάνει στο τέλος ο Αρμένης στο Όλα είναι δρόμος του Παντελή Βούλγαρη. Αφού σπάσει ακόμα και τους νιπτήρες στα πόδια της τραγουδίστριας στο σκυλάδικο, στο τέλος θα το κάψει κι αυτό και θα καεί και ο ίδιος στο αιώνιο πυρ των εσωτερικών απωθημένων μας. Ο δρόμος του συντηρητισμού που μας δίδαξαν τόσα χρόνια και της ισοπέδωσης κατέληξε στο να τα καίμε όλα στο βωμό της ατομικής επιτυχίας. Τι περίεργο…

Αποχρώσεις 10.11.11




Πλήρης ματαίωση

Η ματαίωση είναι χειρότερη από την προσδοκία. Κι αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα είναι μία πλήρης ματαίωση. Ματαίωση όχι μόνο των προσδοκιών αλλά κάθε αίσθησης της πραγματικότητας. Νιώθεις ότι δεν ζεις σε αυτή τη χώρα, αλλά σε κάποια χαμένη πατρίδα, σαν αυτή που ψάχνουν οι φίλοι του μεταφυσικού. Και όταν ψάχνεις τη χαμένη Ατλαντίδα ελπίζεις ότι θα βρεις θησαυρούς και απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα. Στη χαμένη πατρίδα που μας παραπέμπει το παρόν σήμερα, δεν βρίσκεις παρά μόνο νέα ερωτήματα.
Κάναμε όλο αυτόν τον κύκλο των τελευταίων δέκα ημερών για να καταλήξουμε ότι νέος πρωθυπουργός μπορεί να είναι και ο βουλευτής μίας επαρχιακής πόλης. Γιατί όμως δεν τον εκλέγαμε εξ αρχής; Γιατί δεν τον εξέλεξε το κόμμα του πρώτα πρόεδρο, με τις εσωκομματικές διαδικασίες και πρέπει να το κάνουν τώρα με την απουσία τους οι Έλληνες κάτω από την τρομερή πίεση του χρέους και της απώθησης με την οποία μας αντιμετωπίζουν οι Ευρωπαίοι; Αυτό που ζούμε είναι η ματαίωση και της δημοκρατίας όπως την ξέραμε. Αυτή είναι μία μεταμοντέρνα δημοκρατία.
Πρωθυπουργό θα βρούμε σήμερα, αύριο. Και κυβέρνηση θα αποκτήσουμε, δεν υπάρχει αμφιβολία. Όμως έχει χαθεί η ελπίδα. Και έχει χαθεί και η αξιοπιστία. Ποιος θα είναι αυτός θα μπορέσει να ανορθώσει τη χώρα όταν δεν μπορεί σήμερα να πειστεί ο Έλληνας ότι υπάρχει χώρα, σύστημα, θεσμοί.
Μπορεί να μην πρέπει να λέμε μεγάλες κουβέντες για εκτροπή και άλλα τινά. Μπορεί να τα έχουμε ξαναδεί όλα στην πολιτική μας ιστορία. Όμως τελικά θα ήταν καλύτερο να πάμε σε εκλογές. Ήδη θα ήμασταν στη δεύτερη εβδομάδα.

Αποχρώσεις 10.11.11




Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Το αστείο με τους ψεκασμούς


Οι θεωρίες συνομωσίας είναι αστείες και φτιάχνουν μια καλή συζήτηση μεταξύ φίλων… φτάνει να μην τις πιστεύεις. Γιατί αν τις πιστεύεις, τότε μπορεί να διαλυθούν ακόμα και οι καλύτερες φιλίες. Η άνοδος του ναζισμού χτίστηκε ακριβώς πάνω στην  εμπέδωση τέτοιων θεωριών όπως ο δήθεν υπονομευτικός ρόλος των εβραίων πλουτοκρατών ή τα σαμποτάζ των κομμουνιστών. Τα ψέματα για τους εβραίους ειδικά, έχουν ιστορικό βάθος αφού ξεκινάνε από το ότι «σταύρωσαν το Χριστό» (εξ ου και το έθιμο του καψίματος του Ιούδα) και φτάνουν μέχρι τη συγγραφή των πλαστών Πρωτοκόλλων. Καταλαβαίνει δηλαδή κανείς ότι το αστείο μπορεί να υποκρύπτει πίσω μια ολόκληρη γενοκτονία, άρα παύει να είναι αστείο.
Το ίδιο γίνεται και με τα ρατσιστικά ανέκδοτα τα οποία θα έχετε προσέξει είναι τόσο ευρηματικά όσο πιο σκληρά αποδομούν τον «άλλο». Σκεφτείτε πόσο αγαπούν οι Έλληνες την πατρίδα τους που κατέληξαν να λοιδορούν τους τόσο βασανισμένους Ποντίους. Άρα και το ανέκδοτο παύει να είναι αστείο όταν πατάει πάνω σε βαθύτερες διεργασίες μίσους στην ψυχή εκείνου που το λέει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει η ζωή μας να αποστεγνωθεί από το χιούμορ. Δεν είναι κακό μεταξύ φίλων, μεταξύ δηλαδή ανθρώπων που έχουν κατακτήσει ένα επίπεδο κατανόησης, να διαπερνά την ατμόσφαιρα και λίγος σαρκασμός. Οι πρώτοι άλλωστε που αυτοσαρκάζονται είναι όλοι όσοι βλέπουν στην προέλευσή τους μερικά σταθερά χαρακτηριστικά. Πόσοι εβραίοι στο θρήσκευμα δεν παράγουν καταπληκτικό χιούμορ με την εβραϊκότητα; Ποιος θα ήταν ο Γούντι Άλεν αν δεν έκανε τέτοιο χιούμορ μεταξύ άλλων. Ή πόσες ιστορίες δεν διηγούμαστε τελευταία στην Ελλάδα για τον υπάλληλο του Δημοσίου; Όποιος δε, έχει, δει στο θέατρο τη «Βαβυλωνία» θα θυμάται ότι ο κάθε ήρωας είχε και ένα τυπικό χαρακτηριστικό από την καταγωγή του, ένα «κουσούρι», κάτι που βλέπουμε και στον Καραγκιόζη με τον Νιόνιο ας πούμε ή με τον Μπάρμπα Γιώργο.
Άρα, ένα αστείο ή μια απόφανση, λειτουργεί μόνο όταν είναι σαφές το επίπεδο μέσα στο οποίο διατυπώνεται και ξεκάθαροι οι όροι διατύπωσης.
Τη θολούρα την εκμεταλλεύονται ακριβώς εκείνοι που δεν δηλώνουν τους στόχους τους. Έτσι, για παράδειγμα, είναι χαρακτηριστικό, ότι οι περισσότεροι Έλληνες ζητάνε σήμερα κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας, από εκείνους που μέχρι σήμερα ονόμαζαν «προδότες», «πουλημένους», «όργανα» ξένων κέντρων κλπ. Κάποιοι δε, που έχουν κάνει επάγγελμα τον πατριωτισμό είναι οι πρώτοι που ζήτησαν κυβέρνηση ενότητας από τον πρωθυπουργό.
Προσωπικά, λαμβάνω πολύ σοβαρά υπόψη τον συνομιλητή μου όταν μου λέει πως μας ψεκάζουν (ποιοι άραγε;) τα αεροπλάνα στον ουρανό. Γιατί μπορεί αυτό που λέει να είναι εκδήλωση μια απλής ανησυχίας για τον κόσμο και τις πληροφορίες που δεν έχει τη δύναμη να ελέγξει πια λόγω της πολυπλοκότητας της πραγματικότητας. Μπορεί όμως να είναι και μια εκδήλωση μίσους που στην ουσία εννοεί ότι ο ίδιος θα ήθελε να είναι τελικά στη θέση εκείνων που ψεκάζουν. Όποιοι παίρνουν σοβαρά τις θεωρίες συνομωσίας, θέλουν οι ίδιοι να γίνουν συνομώτες και ελεγκτές. Ας το θυμόμαστε την επόμενη φορά που κάποιος θα πει στην παρέα ότι «μας ελέγχουν».
Αποχρώσεις 5.11.11

Σεβασμός στη δημοκρατία

Από την επόμενη εβδομάδα θα είμαστε είναι αλήθεια μία άλλη χώρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα είμαστε και μία καλύτερη χώρα. Μπορεί να χρεοκοπήσουμε πλήρως, μπορεί και να συνεχίσουμε να είμαστε χρεωμένοι αλλά με την κάλυψη της διεθνούς «δανειακής σύμβασης» όπως τη λέμε εσχάτως. Η εβδομάδα που μας πέρασε όμως ήταν το τέλος μια περιόδου. Θα λέγαμε μιας «ολόκληρης περιόδου», αλλά το ιστορικό της βάθος δεν είναι παρά 18 μήνες, από όταν δηλαδή ξεκίνησε αυτή η μεγάλη περίοδος του μνημονίου.
Αυτό που δεν ομολογήθηκε αυτές τις ημέρες είναι ότι το μνημόνιο απέτυχε. Απέτυχε οικονομικά, αφού χρειάζεται πλέον «κούρεμα» του χρέους για να προχωρήσει στοιχειωδώς η οικονομία, ενώ το μνημόνιο ήταν ακριβώς μια αντίθετη διαδικασία που προέβλεπε χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας ώστε η Ελλάδα να επιστρέψει στις αγορές μέσα στο 2012.
Το μνημόνιο όμως απέτυχε πολιτικά, κι αυτό είναι κάτι που μόνο ψιθυριστά ακούγεται. Κι απέτυχε γιατί έφερε την κυβέρνηση σε μία δεινή θέση, ανάμεσα σε γκρεμούς και ανυπέρβλητα χάσματα. Αν είχε εξασφαλιστεί όπως έλεγαν ευρεία πολιτική συναίνεση, αν δεν ήταν παρά μειοψηφίες όσοι αντιδρούσαν, τότε η κυβέρνηση θα παρέμενε στη θέση της και δεν είχαν μπει στην ατζέντα ούτε το δημοψήφισμα, ούτε οι πρόωρες εκλογές και σε καμία περίπτωση η κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας. Είναι η αποτυχία της πολιτικής της κυβέρνησης που την οδήγησε σε ένα τόσο ασφυκτικό πλαίσιο και σε καμία περίπτωση αυτή η αποτυχία δεν μπορεί να αποδοθεί σε «αποστασίες», συνομωσίες ή δήθεν υπονομευτικές πολιτικές της αντιπολίτευσης.
Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο μετά τη μεταπολίτευση για όσα ζούμε σήμερα στο πολιτικό σκηνικό και το όλο κλίμα, με τις αναλογίες του βέβαια, ταιριάζει με τα γεγονότα του ’65. Ηγεσίες χωρίς μεγάλες δυνατότητες κι ένα βυθισμένο στην αφασία πολιτικό σύστημα, αδυνατεί να ακούσει και να αφουγκραστεί τις κοινωνικές διεργασίες και αφήνει χώρο στις εξωθεσμικές παρεμβάσεις.
Ας προσθέσουμε σε αυτό το κλίμα και το διεθνές πλαίσιο, που είναι έτσι δομημένο πια, που αδυνατεί να δει τις διαφορές και τις ιδιαιτερότητες των μικρών κρατών.
Στο μεταίχμιο που ζούμε, ας θυμόμαστε ότι ο μόνος ασφαλής δρόμος που έχουμε να πορευτούμε είναι ο σεβασμός στη δημοκρατία. Τα υπόλοιπα θα βρεθούν με λίγη περισσότερη θέληση από όλους.

Αποχρώσεις 5.11.11

Καταστρέφοντας την Ουτοπία



Το ευρώ δεν είναι κακή ιδέα. Ούτε η σταθερότητα στις ισοτιμίες. Κακή ιδέα ήταν η ευρωζώνη, το σύμφωνο σταθερότητας, το Μάαστριχτ. Κι όταν το κατάλαβαν αυτό στην Ευρώπη προσπάθησαν να φτιάξουν κι ένα πολιτικό κείμενο, τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, που όμως ήταν και είναι τραγικά ανεπαρκής για να ενοποιήσει πολιτικά τις πολύ μεγάλες οικονομικές ανισότητες.
Η πόλωση με τη δραχμή είναι τελείως λάθος κι έχουν ευθύνη όσοι προσεγγίζουν έτσι τέτοια θέματα, όπως η κρίση. Γιατί ο καθηγητής των Οικονομικών μπορεί να μιλάει για ένα εθνικό νόμισμα έχοντας στο μυαλό του ένα σύστημα ισορροπιών σε διεθνές πεδίο και συνυπολογίζει διάφορες παραμέτρους που μπορεί να οδηγούν σε συνύπαρξη τις εθνικές οικονομίες ακόμα και χωρίς Ενώσεις. Ο χτυπημένος από την κρίση, όμως Έλληνας, ειδικά αν έχει ακόμα μέσα του ίχνη από την εθνικοστερεοτυπική εκπαίδευσή του, φαντάζεται την επιστροφή στη δραχμή ως μια σχεδία διάσωσης, ως ένα νέο ταξίδι στην ουτοπία της αυτονομίας και της υπερηφάνειας. Στον κόσμο της χρηματοπιστωτικής οικονομίας, όμως, δεν υπάρχουν νησιά για να ναυαγήσουν ευτυχισμένοι ερημίτες.
Και δεν θέλουμε όλοι να γίνουμε ερημίτες. Η ιδέα μια ενωμένης Ευρώπης, παραμένει μια καλή ιδέα. Και μια ένωση δεν γίνεται πάντα με τους δικούς μας όρους αλλά και με τους όρους των άλλων. Το ερώτημα λοιπόν ναι ή όχι στην ευρωζώνη, μπορεί απλά να απαντηθεί με ένα «όχι», αλλά δεν θα γίνει γόνιμο όσο δεν απαντάται και το σε ποια παράδοση θέλουμε να ανήκουμε, ποια παράδοση θέλουμε να συνεχίσουμε.
Δεν θέλουμε άραγε να είμαστε κομμάτι της παράδοσης του Διαφωτισμού, δεν θέλουμε να εμπνεόμαστε από τις μεγάλες ευρωπαϊκές επαναστάσεις, από τα ανθρώπινα επιτεύγματα; Νομίζει κανείς ότι θα γινόταν ποτέ η Ελληνική Επανάσταση αν δεν υπήρχε ο Κοραής; Αλήθεια πιστεύουμε ότι τη μοναδική αλήθεια κατέχει ακόμα ο Μακρυγιάννης;
Η απογοήτευση που βιώνουμε τους τελευταίους μήνες προέρχεται κι από αυτήν την αδυναμία αυτοπροσδιορισμού, από την αδυναμία να βρούμε ιδέες που θα μας κάνουν πιο σίγουρους για τον εαυτό μας. Γι’ αυτό και αφήνουμε χώρο στους θιασώτες του απομονωτισμού. Στη δεξιά του εθνικού ανάδελφου και των φυλετικών πολέμων και στην αριστερά που βλέπει τους Ευρωπαίους εργάτες ως «πουλημένους στο κεφάλαιο» και ονειρεύεται αλβανικά κολχόζ. Ακόμα και οι αναρχικοί πια, σκέφτονται μόνο το κάψιμο. Δεν έχει σημασία αν αυτές είναι οικτρές μειοψηφίες. Σημασία έχει ότι στον κυρίαρχο λόγο, δεν ακούγεται καμία άλλη συζήτηση περί του ποιοι είμαστε. Λέμε πολλοί για το ποιοι ήμασταν, κάνουμε πολλές αναλύσεις για το κόστος ζωής μας, αλλά δεν τοποθετούμε τον εαυτό μας σε κανένα σχήμα στο μέλλον. Είναι απογοητευτικό ότι έχουμε καταστρέψει κάθε δρόμο προς την ουτοπία.

Αποχρώσεις 4.11.11

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Από τη μία φέτα καρπούζι… στη μυθολογία

Εδώ και μία δεκαετία περίπου ένας αστικός μύθος που αναπαράγεται σταθερά στην τοπική μας κοινωνία και σε ολόκληρη την ελληνική επαρχία είναι ότι «οικολόγοι ρίχνουν στα βουνά λύκους και φίδια». Τελευταία κάποιοι πρόσθεσαν και τα αγριογούρουνα, όμως επειδή οι κυνηγοί έχουν σταματήσει να κυνηγούν σχεδόν τίποτα άλλο πια κι έχουν πέσει με μανία στο κυνήγι των γουρουνιών που έχουν κατακλύσει τα πεδινά χωριά, κανείς δεν το συνέχισε.
Το ότι κανένας οικολόγος δεν μπορεί  και δεν θέλει να πηγαίνει βόλτες στα βουνά τα φίδια και το αδιαμφισβήτητο δεδομένο ότι τα άγρια ζώα δεν αναπαράγονται με… τεχνητό τρόπο, δεν απασχολεί κανέναν. Ο αστικός αυτός μύθος πιθανά να προέκυψε από το ότι κάποιες ομάδες μάζευαν ζώα για να τα προστατέψουν όπως έκανε ο Αρκτούρος με τις αρκούδες. Το να προστατεύεις ζώα στη χώρα μας έμοιαζε και μοιάζει πρωτότυπο και περίεργο.
Επίσης, στη συντηρητική κοινωνία μας είχε προκαλέσει παλιότερα μεγαλύτερη εντύπωση ακόμα ότι κάποιοι ήθελαν να προστατεύσουν τις χελώνες ή τις φώκιες. Ήταν ωραίο να βλέπεις ντοκιμαντέρ στην ΥΕΝΕΔ για τα νησιά Γκαλαπάνγκος, αλλά όχι να σώζεις τις γκουστερίτσες στον τόπο σου. Κι ας μαθαίνουν για τη Βιολογία και τα οικοσυστήματα τα παιδιά μας στο σχολείο.
Στην πράξη όμως αυτό που αποκαλύφτηκε μέσα στα χρόνια είναι ότι οι «οικολόγοι» μπορεί να γίνουν απειλητικοί για τα μικρά και τα μεγάλα συμφέροντα, οπότε αν τους ρίξεις λίγη λάσπη παραπάνω δεν πειράζει.
Επιπλέον, η οικολογική παράδοση στην Ελλάδα ήταν πολύ φτωχή, τόσο που δεν μπορούσες να φανταστείς ότι σου χρειάζεται στην καθημερινότητά σου. Μέρος της για παράδειγμα είναι η καταναλωτική συνείδηση που σου μεταφέρει έναν τρόπο ζωής ο οποίος αφενός μειώνει τη βλάβη στο περιβάλλον, αφετέρου βοηθάει και στην τσέπη σου. Κι εδώ θέλαμε να καταλήξουμε. Οι Έλληνες μετανάστες όταν γύρισαν στην Ελλάδα κορόιδευαν τους Γερμανούς ότι αγοράζουν μία φέτα καρπούζι από το μανάβη. Ή προτιμούν τα μικρά φρούτα για να τρώνε ένα κάθε φορά. Φυσικά στην Ελλάδα που τα έχουμε άφθονα, εμείς πετάμε το μισό καρπούζι «γιατί χάλασε».
Πώς γίνεται όμως, εμείς που παράγουμε τα φρούτα που τρώνε οι Γερμανοί να είμαστε τόσο φτωχοί; Και πώς μας έπεισαν να αγοράζουμε τα αυτοκίνητά τους και να πετάμε τα φρούτα μας;
Η απάντηση δίνεται μόνο αν κατανοήσεις μεταξύ των άλλων και πόσο αντιοικολογική και καταστροφική για τη φύση είναι η ζωή των Ελλήνων. Πλέον καταστρέφει και εμάς τους ίδιους.

Αποχρώσεις 2.11.11

Αλλάζουν εκ των άνω το πολιτικό σύστημα

Πριν από χρόνια, σε κάποια προεκλογική περίοδο, είχε επισκεφτεί τα Γιάννενα, στην καμπάνια του ΣΥΡΙΖΑ ο Γιάννης Μπανιάς και ο Μανώλης Γλέζος. Κι εκεί που καθόμασταν στο παλιό, καλό Ξενία, ρωτήσαμε τον Γλέζο για τα δημοψηφίσματα, αφού η άμεση δημοκρατία ήταν και είναι ένα θέμα που θέτει πάντα δημόσια ο παλαίμαχος πολιτικός. Μπορεί η Αριστερά να κερδίσει ποτέ ένα δημοψήφισμα; Ο Μανώλης Γλέζος μας απάντησε ότι το παλεύεις, ότι θέτεις το ερώτημα στον κόσμο μαζί με τις δικές σου απαντήσεις και αγωνίζεσαι να γίνουν πλειοψηφικές.
Ο Γιώργος Παπανδρέου, ανακάλυψε σήμερα την ανάγκη ενός δημοψηφίσματος και σε αντίθεση με τον Γλέζο που είχε δοκιμάσει μια εκ των κάτω άσκηση πολιτικής στο χωριό του στη Νάξο, ο πρωθυπουργός δεν έχει δοκιμάσει ποτέ και δεν έχει μετάσχει ποτέ σε κανένα αμεσοδημοκρατικό πείραμα. Ήταν πάντα ισχυρό μέλος του πολιτικού συστήματος και το υπερασπίζεται με κάθε ευκαιρία. Θα αλλάξει κάτι τώρα;

Αφήνει περιθώρια
Το δημοψήφισμα δεν είναι εκτός πολιτικού πλαισίου, θα λέγαμε όμως ότι ποτέ δεν ήταν και αγαπητό στην πολιτική εξουσία του τόπου. Αρχικά το είχαν εξορίσει στις δικαιοδοσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας και μόνο πρόσφατα το έφεραν πιο κοντά στη Βουλή. Και μόνο γι’ αυτό το λόγο, μόνο δηλαδή ότι διασπά παγιωμένες συντηρητικές λογικές, θα έπρεπε να είμαστε υπέρ των δημοψηφισμάτων. Και μπορεί σήμερα, να μην γίνεται κατανοητό γιατί μια «ισχυρή», σύμφωνα με δηλώσεις της μέχρι πριν από λίγες μέρες, κυβέρνηση προχωρά σε μια τέτοια πρωτοβουλία, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι πρέπει να κάψουμε πρωτοβουλίες που αφήνουν περιθώρια δράσης στη λαϊκή βούληση.
Το γεγονός ότι διαφωνούν κόμματα, τραπεζίτες ή οικονομικοί παράγοντες (άλλοι πάντως συμφωνούν) αποδεικνύει επίσης, ότι κάποιοι φοβούνται το «όχι» γιατί απειλούνται τα συμφέροντά τους- χωρίς βέβαια να σημαίνει αυτό, ότι τα συμφέροντα αυτά απειλούν και την κυβέρνηση, όπως η ίδια διατείνεται.

Χωρίς ευθύνες;

Το πρόβλημα που έχει αυτό το δημοψήφισμα είναι ότι μοιάζει με προάγγελο αλλαγής στο πολιτικό σύστημα εκ των άνω. Πάνω στα νέα δεδομένα που δημιουργεί, διαμορφώνονται ήδη νέοι σχηματισμοί που διασχίζουν εγκάρσια τα δύο μεγάλα κόμματα και ενισχύονται από κινήσεις και των μικρότερων κομμάτων. Και δεν θα ήταν πρόβλημα μια αλλαγή στο πολιτικό σύστημα- αντιθέτως μοιάζει αυτονόητη ανάγκη- αν δεν επιχειρούνταν να γίνει με όρους που να διασφαλίζει ότι το παλιό πολιτικό σύστημα θα μείνει στη λήθη χωρίς να πληρώσει το κόστος για την κρίση που το ίδιο δημιούργησε.
Οπότε το ερώτημα είναι: Μπορεί να γεννηθεί κάτι καινούργιο μέσα από τα παλιά υλικά;

Αποχρώσεις 2.11.11