Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Οι ληστές του Ευριπίδη Μακρή και του Βασίλη Τζανακάρη

Είναι η ληστεία φαινόμενο ενός παλιού κόσμου; Θέλουμε να πιστεύουμε πως ναι, αλλά δεν είναι. Οι απαγωγές πλουσίων είναι φαινόμενο και της σημερινής επικαιρότητας και εντυπωσιάζουν το ίδιο όπως και τη δεκαετία του ’30 ή και πιο πριν, τον 19ο αιώνα.
Αλλά ακόμα κι αν νομίζουμε ότι όσα ζούμε σήμερα είναι καινοφανή και μοντέρνα, αν αφεθούμε λίγο στην πλάνη της θερινής ραστώνης και κάνουμε καμιά αφελή ερώτηση για κανά κλέφτικο τραγούδι, εκεί κάτω από τον πλάτανο κάποιου χωριού, πολύ γρήγορα θα δούμε να ξεπηδάει από τα λόγια των λίγων μεγαλύτερων ένας ολόκληρος κόσμος, ο κόσμος των ληστών που κρατάει ακόμα ζωντανό, έστω τον μύθο του.
Βιβλία για τους ληστές στην Ελλάδα υπάρχουν αρκετά, κι έχουν γραφτεί πολλά και καλά και διεθνώς. Μόλις τέλειωσα το βιβλίο του Ευριπίδη Μακρή «Οι ληστές και τα τραγούδια τους στη Δυτική και Κεντρική Ελλάδα (1827- 1930)» το οποίο και εκδόθηκε στα Γιάννενα το 2007. Καλό βιβλίο, χρήσιμο και ωραίο ως αφήγηση. Ο Μακρής, δάσκαλος με εμπειρία στο γράψιμο και νοιάξιμο για τον μικρό τόπο που του έλαχε ως πατρίδα, από το Κουκούλι Ζαγορίου, γράφει για τους αρχιληστές που τραγουδήθηκαν σε γνωστά δημοτικά τραγούδια. Κάνει δηλαδή μια διπλή δουλειά: γράφει για τον βίο των ληστών, αλλά και για το πώς τραγουδήθηκε αυτός ο βίος.
Λύνει παρεξηγήσεις, παρουσιάζει στοιχεία από βιβλία και τον Τύπο της εποχής, ολοκληρώνει βιογραφικά και τα συνδέει με την τοπική ιστορία της Ηπείρου και ειδικά του Ζαγορίου. Και κάνει και κάτι ακόμα πιο σημαντικό: Ενισχύει τα στοιχεία με την προσωπική του μνήμη και τις πληροφορίες που του έδωσαν πληροφορητές τους οποίους ο ίδιος αναζήτησε. Πηγαίνει και βρίσκει τον απόγονο ενός ληστή κι ακούει από εκείνον την παράδοση που έμεινε στόμα με στόμα να εξιστορεί τα ανδραγαθήματα του προγόνου. Ο ίδιος βίωσε δηλαδή τον απόηχο της ληστοκρατείας των αρχών του 20ου αιώνα.
Κι από δίπλα παρουσιάζει τα τραγούδια που αναφέρονται στους ληστές, άλλα γνωστά από αυτά που ακούμε στα πανηγύρια, άλλα λιγότερα γνωστά και συχνά με πολλές εκδοχές.
Πρόκειται για πολύ σημαντική δουλειά τοπικής ιστορίας, από αυτές που θα μπορούσαν να διδάσκονται και στα σχολεία σε κάποιο μάθημα για τον τόπο, την Ήπειρο ειδικά.
Χορεύουν τα παιδιά στους συλλόγους των χορευτικών, τη «Βασιλαρχόντισσα» και μένουν με την εντύπωση (αν αναρωτηθούν ποτέ) ότι πρόκειται για μια… Βασίλω. Πρόκειται όμως για μια εντυπωσιακή ιστορία του 1881 που περιλαμβάνει αρχοντικές οικογένειες του Μετσόβου, σκληρούς απαγωγείς κορασίδων που αργότερα γίνονται ήρωες στη Μικρασία, ταξικές συγκρούσεις στην πλατεία του βλάχικου χωριού και αντεκδικήσεις, επικηρύξεις από το βασιλιά, λεφτά βέβαια, λαϊκούς μύθους και ληστρικά μυθιστορήματα. Και πρόκειται για μία μόνο από τις πολλές ιστορίες του βιβλίου που αποκαλύπτουν αυτόν τον περίεργο σήμερα κόσμο της ληστοκρατίας στα βουνά της Πίνδου.
Το πρώτο μέρος του βιβλίου για τους ληστές στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία είναι και το καλύτερο γιατί φαίνεται και η ενδελεχής δουλειά που έκανε ο συγγραφέας. Μαθαίνουμε για τον Μπιρμπίλη και τον Ρεσούλη, τον διώκτη Φέζο Ντερβέναγα, την αιχμαλωσία της Μπολονάσαινας και της Φραγκούλαινας (και του μικρού Θεόφιλου που αργότερα θα φωτογραφήσει ολόκληρο το Ζαγόρι- οι φωτογραφίες του στην έκδοση του εγγονού του Πέτρου Φραγκούλη «Ζαγορισίων Πολιτεία», πραγματικός φωτογραφικός θησαυρός), την τρομερή ληστεία στους Νεγάδες ή του Πλακίδα στο Κουκούλι το 1891 με τα σημάδια ακόμα και σήμερα στην πόρτα του αρχοντικού (για το Κουκούλι κι εδώ).
Ο διασημότερος βέβαια είναι ο Γιώργος Νταβέλης που τον μπερδεύουμε με τον άλλο τον Χρήστο, της παλιάς Ελλάδας που άφησε και πιο… καλό όνομα, το οποίο και ζήλεψε ο δικός μας και το υιοθέτησε- αλλά και τούτος στο Ζαγόρι ήταν φόβος και τρόμος. Και η σπηλιά που κρύφτηκε δίπλα στο γεφύρι του Κόκκορου χάσκει ακόμα, έτσι για να μαρτυράει πως κάποτε το Ζαγόρι, η Ήπειρος, η Ελλάδα, δεν ήταν ένα άθροισμα από «γραφικές» και «αυθεντικές» σκηνές ενός έθνους ανάδελφου, όπως νομίζουμε σήμερα, αλλά ένας ζωντανός, περιπετειώδης, σκοτεινός και φωτεινός ταυτόχρονα τόπος, όπου όλα ήταν ρευστά και η ζωή των ανθρώπων ετίθετο πάντα σε διαπραγμάτευση.
Ο Μακρής λόγω της καταγωγής του ίσως, επικεντρώνει κυρίως στο το έγινε στα χωριά του Ζαγορίου και μέσα από το βλέμμα ενός Ζαγορίσιου κι ενός Σαρακατσάνου φωτίζει την ιστορία του τόπου του. Αυτή η ιστορία συνδέεται με την ιστορία της Ηπείρου και της άλλης Ελλάδας, βρίσκεις δηλαδή παραλληλίες, συγχρονισμούς και διαφοροποιήσεις, ιδιαίτερα όταν αναφέρεσαι σε ληστές που επηρέασαν και την πολιτική ιστορία της χώρας όπως οι Ρετζαίοι ή οι Κουμπαίοι τη δεκαετία του 1930.
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου για τους ληστές στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα είναι πιο συνοπτικό και πιο αδύναμο συνολικά, αναδύονται όμως κι εδώ οι συνδέσεις και οι παραλληλισμοί. Η τάση ιδιαίτερα σε αυτό το μέρος είναι να αναδύεται και η ιστορία των Σαρακατσάνων που έβγαλαν αρκετούς ληστές, ιστορία που φαίνεται ότι είναι και μία από τις μόνιμες ασχολίες του συγγραφέα, οπότε περιορίζεται ο «φωτισμός» του φαινομένου σε πιο ειδικές διαδρομές. Αλλά αυτό δεν ενοχλεί τον αναγνώστη, αντίθετα τον κάνει μάλλον πιο υποψιασμένο και του προκαλεί το ενδιαφέρον για πιο προσωπικές ενασχολήσεις με την τοπική ιστορία (γνωρίζουμε άραγε καλά την ιστορία της οικογένειάς μας ή του χωριού μας;).
Η δουλειά του Ευριπίδη Μακρή ξεκινάει από τα δημοτικά τραγούδια και φτάνει στο βίο των ληστών, ακουμπώντας τον κοινωνικό και πολιτικό βίο του τόπου του.
Για βιβλίο τοπικής και «ειδικής» ιστορίας είναι εξαιρετικό (θα μπορούσε πάντως η επιμέλεια και οι φωτογραφίες να είναι καλύτερες).
Για βιβλίο που μετέχει στην πανελλαδική, δημόσια συζήτηση για το φαινόμενο της ληστείας, είναι μια πολύ γόνιμη συνεισφορά, απόδειξη του τι μπορεί να κάνει ένας καταρτισμένος συγγραφέας.
Όπως και να το δει όμως κανείς, διαβάζεται με ευχαρίστηση.

Τα «παλληκάρια» του Τζανακάρη

Με πολύ ευχαρίστηση διάβασα αμέσως μετά και το πολύ γνωστό βιβλίο του Βασίλη Τζανακάρη «Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν» (εκδόσεις Καστανιώτη, 2002, στην πέμπτη έκδοση εδώ). Είχα διαβάσει παλιότερα τις αναφορές για τους ληστές της Ηπείρου, τώρα το διάβασα ολόκληρο. Έχουν γραφτεί πολλά για το βιβλίο, δεν χρειάζεται να προστεθούν περισσότερα. Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο, απαραίτητο ειδικά σε όσους τους αρέσει η ιστορία. Γιατί ο Τζανακάρης, αυτό που κάνει κυρίως είναι να βάζει τους ληστές μέσα στην ιστορία, να τους τοποθετεί σαν πιόνια μέσα στο μεγάλο χάρτη της ιστορίας, που τον κατέχει καλά, και για τον οποίο έχει γνώμη και άποψη. Εδώ φροντίζει να δίνει το λόγο στο βίο του ληστή, που αν τον δεις απομονωμένο δεν θα καταλάβεις και πολλά πέρα από τη φρίκη που μπορεί να σου προκαλούν οι απαγωγές και τα φονικά, αν τον δεις όμως ενταγμένο στην ιστορία της Ελλάδας θα τον καταλάβεις καλύτερα. Γιατί προφανώς οι κοινωνικές ανάγκες είναι που γεννάν τους ληστές (και τους κάνουν και ήρωες και τραγούδια ενίοτε) και οι ίδιες οι ανάγκες τους στέλνουν στην κρεμάλα. Και οι Ρετζαίοι στα Γιάννενα γίνονται δημόσια πρόσωπα και ελέγχουν την πόλη, αλλά μόλις αλλάξει η κατάσταση γίνονται εν μία νυκτί θανατοποινίτες και πάνε να βρουν τα κεφάλια εκείνων που πρόλαβαν και σκότωσαν.
Ο Μακρής, που λέγαμε παραπάνω, φωτίζει στο βιβλίο του μια κρίσιμη πτυχή της ιστορίας των Ρετζαίων, αυτήν που διαδραματίσθηκε στο Κουκούλι, ο Τζανακάρης όμως μας τους δίνει ως πρόσωπα πανελλαδικής απήχησης εξηγώντας τη δημοφιλία τους, αλλά και το μονόδρομο της τιμωρίας τους.
Ο Τζανακάρης (που τον γνωρίζουμε κυρίως ως εκδότη του «Γιατί» από τις Σέρρες) είναι γεμάτος από ιστορίες, παρέχει βιογραφικά, χάρτες, ανέκδοτες φωτογραφίες, κάνει συσχετισμούς και παραλληλισμούς, κλείνει έξυπνα το μάτι στον καλό αναγνώστη αλλά δεν αφήνει παραπονεμένο και τον πρωτόβγαλτο στα δύσκολα θέματα. Και γράφει λαϊκά και κατανοητά, κάτι που είναι σπάνιο προτέρημα.
Σε ένα από τα πρώτα του κεφάλαια «περί ληστοκρατίας» κάνει ένα μεγάλο κύκλο σε όλα τα στοιχεία που τον ενέπνευσαν και τον ενέπλεξαν σε αυτή τη γιγάντια έρευνα, βγάζοντας και κάποια συμπεράσματα. Κι έχει το θάρρος να μιλήσει στο βιβλίο του για την τακτική του να βγάζουν οι χωροφύλακες στις πλατείες τα κεφάλια των ληστών, ή για τις δημόσιες εκτελέσεις και για τις απαράδεκτες συνθήκες στις φυλακές όπως το Παλαμήδι ή το Γεντί Κουλέ, θυμίζοντάς μας ότι η βαρβαρότητα ήταν εντός των τειχών του καλού μας έθνους.


Η δουλειά του Β. Τζανακάρη φαίνεται κι από την τεκμηρίωση στις φωτογραφίες. Διαβάζουμε στη λεζάντα: Οι ληστές Αφοί Παπαγεωργίου και ο ληστής Ελευθέριος Πλάτανος, έχοντας ανάμεσά τους το λήσταρχο Θωμά Γκαντάρα (με τα γένια). Η φωτογραφία τραβήχτηκε το 1923 από τον Αθανάσιο Μάνθο στη θέση Παλιογκορτσιά των Χασίων (Αρχείο περιοδικού "Γιατί")

* Ας κρατήσω για το τέλος, την ιστορία του φωτογράφου Αθανάσιου Μάνθου (1893- 1960) από τα Τρίκαλα. Γνωρίζουμε το τραγούδι «Α. Μάνθος» του, Λαρισαίου ως γνωστόν, Θανάση Παπακωνσταντίνου από τον Βραχνό Προφήτη (Lyra 2000- βλέπε κι εδώ). Στηρίζεται στο ποίημα του Χρήστου Μπράβου (Δεσκάτη Χασίων 1948-1987) «Όπου στα 1923 ο επικηρυγμένος Θωμάς Γκαντάρας, ο ληστής, αποφασίζει να φωτογραφηθεί».
Ο Τζανακάρης εντοπίζει το ποίημα και το τραγούδι, όπως και τις φωτογραφίες που στα αλήθεια τραβήχτηκαν, «διαβάζει» τις φωτογραφίες (όπως τα «κιουστέκια» που φορούσαν οι ληστές με τις ασημένιες αλυσίδες), υποσημειώνει την αξία του φωτογράφου, μας εισάγει στην ιστορία του Θωμά Γκαντάρα, ενός από τους σημαντικότερους ληστές του ’30 στη Θεσσαλία, κοντοχωριανού του Γιαγκούλα (από το χωριό Μεταξάς κοντά στα Σέρβια), συνδέει τους τόπους και τις μνήμες, μας ανοίγει την πόρτα για να «διαβάσουμε» κι εμείς την ιστορία του τόπου και των ανθρώπων του. Και μιλάει για όλη την Ελλάδα, έχοντας μια ευρεία οπτική. Εντόπισα και μία ταινία του Βασίλη Κοσμόπουλου για τον Μάνθο που όμως δεν την έχω δει (πληροφορίες πάντως εδώ).
Πολύ καλή δουλειά έχει κάνει ο Βασίλης Τζανακάρης, κάτι που δείχνει και τις δυνατότητες που έχουν οι δημοσιογράφοι όταν γράφουν ιστορία. Διαβάστε το βιβλίο με την πρώτη ευκαιρία.

* Κι επειδή η ιστορία των ανθρώπων είναι πολύπλοκη και δαιδαλώδης και σίγουρα δεν προσφέρεται για προκάτ αναγνώσεις και πολιτικά ορθές (και ευπρεπείς) προσεγγίσεις, ας κάνω και μια προσωπικότερη αναφορά:
Προχτές, σε ένα χωριό της Θεσσαλίας όπου αν ρωτήσεις στο καφενείο θα ακούσεις για τους ληστές, βλέπαμε ένα ντοκιμαντέρ σε επανάληψη της Μάγιας Τσόκλη στη ΝΕΤ (εδώ) από μια περιοδεία της στα βλαχοχώρια. Είχε και την πορεία ενός κοπαδιού από την Πίνδο προς τα κάτω στα λιβάδια της Θεσσαλίας. Κι εκεί που θαυμάζουμε τον απίστευτο τόπο μέσα από τον οποίο πέρναγε το κοπάδι (σαν μην ήταν στην Ελλάδα μάς έμοιαζε και το σχολιάζαμε οι νεότεροι) μου λένε από δίπλα οι πιο ηλικιωμένοι: «Αχ, έτσι κατέβαιναν τα κοπάδια και πέρναγαν κι εδώ από το χωριό. Κι εμείς βγαίναμε τη νύχτα και κάναμε γούβες κι έπεφταν μέσα τα πρόβατα και τους τα κλέβαμε των τσομπαναραίων. Ή βάζαμε κάπες στα παπούτσια και πανιά και ήσυχα τη νύχτα αρπάζαμε κανά πρόβατο».
Μετά τον πόλεμο αυτά. Όταν είχε «καταπολεμηθεί μια για πάντα» η ληστεία. Και οι Έλληνες είχαν αρχίσει να γίνονται Ευρωπαίοι (άλλοι ληστοτρόφοι κι αυτοί, αλλά δεν είναι της στιγμής). Όλα ένα. Κι ο χρόνος, μια σταλιά.
Κι έγραψα τόσα για τους ληστές κι ακόμα τίποτα δεν είπα…