Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

20 χρόνια γράφω προς τους άλλους

Τον Ιούνιο φέτος έκλεισα 20 χρόνια δημοσιογραφίας. Το πρώτο μου κείμενο το έγραψα εν μέσω άγριας εξεταστικής στην Κτηνιατρική, για την Εποχή. Δεν το γιορτάζω γιατί αυτήν την περίοδο είμαι άνεργος κι εδώ και καιρό έχω αναθεωρήσει πολλά για το επάγγελμα, το δημόσιο λόγο και τον τρόπο που ανοιγόμαστε, κάνουμε σχέσεις, φιλικές ή επαγγελματικές. Δεν πειράζει... Η πραγματική αξία ενός αριστερού πολίτη είναι η δυνατότητά του να αναθεωρεί, να ασκεί κριτική ακόμα και στον εαυτό του.
Η ανεργία είναι κατά το ήμισυ λογοκρισία. Πάντα όμως έβρισκα τον τρόπο να την ξεπερνάω και να λέω αυτό που θέλω να πω. Και κάτι περίεργο... στη διαδικασία να βρω ένα βήμα να μιλήσω, έπλαθα και τον λόγο μου, έφτιαχνα αυτό που ήθελα να πω, έτσι ώστε στο τέλος το δημοσιευμένο κείμενο να με εκφράζει. Είναι αν θέλετε η δική μου τέχνη αυτή.
Δημοσιογραφία είναι κατά βάση η μισθωτή εργασία στους ιδιοκτήτες του Τύπου. Είναι κι άλλα πράγματα, όπως η άσκηση επιρροής διά του λόγου σου ή η παραγωγή ιδεών χάριν του δημόσιου διαλόγου. Κατά βάση όμως είναι η μισθωτή εργασία. Δεν έχω παράπονο... Βιοπορίστηκα με το απόθεμα του είναι μου. Κι αν τώρα περνάω μέρες αγωνίας για το μέλλον, έχω ακόμα απόθεμα που μου επιτρέπει να αντέχω. Κι όταν έχεις κάτι να πεις, κάποιος θα βρεθεί να σου δώσει έναν τρόπο να το πεις- γι' αυτό και εκτιμώ αυτούς τους ανθρώπους στον Ηχώ FM που μ' αφήνουν να μιλάω (κάθε πρωί 9-11 στους 102.7 και στο www.echoradio.gr).
Και το καλύτερο είναι ότι έβρισκα πάντα σωστούς ανθρώπους στο διάβα μου. Τον Ηλία Κανέλλη ας πούμε που είχε παλιά την τελευταία σελίδα στην Εποχή κι έβαζε τα κείμενά μου. Φαντάζομαι ότι σήμερα διαφωνούμε σε πολλά για την πολιτική, αλλά ποιος μου λέει ότι εγώ έχω περισσότερο δίκιο από αυτόν; Κανένας... Αργότερα ο Στράτος Κερσανίδης μου έδωσε ακόμα μεγαλύτερη δύναμη στον "Εξώστη" (άρε Τάσο, πήγες κι έφυγες νωρίς) και μ' έμαθε με τον τρόπο ζωής του να πορεύομαι και στη δημοσιογραφία. Κι η Βούλα και η Μελίνα με την Σοφία και ο Δημοσθένης και ο Θοδωρής, όλα αυτά τα παιδιά που είχαν την προσωπικότητα ώστε να είναι αυτοί που είναι και να μου "επιτρέπουν" εν τέλει να γράφω κι εγώ δίπλα τους φτιάχνοντας τον δικό μου εαυτό. Θυμάμαι σαν τώρα που αρχές του '90 ανακαλύψαμε το ίντερνετ στο γραφείο και πάψαμε να διαβάζουμε ένα κάρο βιβλία για να μάθουμε τη φιλμογραφία του Κάρπεντερ.
Και όσα έκανα μετράνε μέσα μου. Οι κουβέντες μου με τον Γιάννη Κουκουλά που τώρα είναι πιο προσωπικές πια, αλλά διαβάζω πάντα τις διαδρομές που κάνει ανάμεσα στη ζωγραφική και τα κόμικς (ο καλύτερος γραφιάς για τα κόμικς στην Ελλάδα) και οι εκπομπές που κάναμε μαζί (και με τον Στάθη) στην Ουτοπία στη Θεσσαλονίκη, και βέβαια πάντα οι άνθρωποι της Εποχής, ο Παύλος, ο Πάνος, ο Μάκης, ο Γιάννης, ο Θοδωρής κι άλλοι πολλοί. Τους χρωστάω τόσα κείμενα που έχω να γράφω μέχρι να έρθει η επανάσταση.
Χρωστάω στη δημοσιογραφία, χρωστάω, δεν περιμένω πολλά. Γιατί ήρθαν στο δρόμο μου καλοί άνθρωποι και με έκαναν καλύτερο. Να πω και για τη Νίκη, την Εύη, όλη τη Βαβέλ, τον Γιώργο (ποτέ δεν ξεχνάω τη Βαβέλ που μ' άφησε να πρωτογράψω για το όνειρο).
Και οι κουβέντες με τον Τάσο που κι αυτές έγιναν προσωπικές πια κι όλο για τα παιδιά μας μιλάμε, αλλά τι θα ήμασταν σε αυτόν τον τόπο αν δεν υπήρχε ο "Ιός".
Και υπάρχει και κάτι άλλο: Ζώντας κάθε μέρα δίπλα σε επαγγελματίες δημοσιογράφους έμαθα να ακούω και να διαφοροποιούμαι. Έμαθα ότι η είδηση δεν βγαίνει, ότι θέλεις πολλή εμπειρία και πολλή σπουδή στη συναίνεση, την αποδοχή και την ανοχή (αλλά και στην κόντρα και την αντίσταση) για να καταλάβεις τι συμβαίνει στο μικρό σου τόπο. Και οι δημοσιογράφοι της επαρχίας, αυτοί οι λίγοι που απόμειναν να ασκούν το επάγγελμα ως μισθωτοί, παραμένουν εργάτες του λόγου σε μια κοινωνία που τους θεωρεί ερασιτέχνες και γελωτοποιούς.
Παρασύρομαι τώρα. Όταν ξεκίναγα το κείμενο ήθελα να γράψω απλώς μερικές λέξεις. Αλλά γι' αυτό υπάρχουν και τα μπλογκ, για να μην περιοριζόμαστε.
Τέλος πάντων. Και πόσους θα ξεχνάω τώρα μέσα στην ένταση (όπως τον Γιάννη Τριάντη που ξεχώρισε ένα κείμενό μου για τα φανάρια των δρόμων και το έβαλε στη στήλη του, χωρίς να με γνωρίζει).
Όλα αυτά τα χρόνια που κουβεντιάζω για τη δημοσιογραφία σε συνέδρια δύο πράγματα μου λένε από το κοινό: Πρώτον, ότι οι δημοσιογράφοι τα παίρνουν. Δεύτερον ότι δεν υπάρχει ελευθερία γνώμης, όλα είναι κατευθυνόμενα. Τους λέω να διαβάσουν θεωρία (Εντσερμπέγκερ, Μακ Λούαν, Γκυ Ντεμπόρ) για να ξέρουν τι έγινε. Και να με πιστέψουν ότι εγώ ζούσα και ζω από τον πενιχρό μισθό μου κι ότι όση ελευθερία είχα την είχα κατακτήσει μόνος μου, κάτι που μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε δημοσιογράφος. Φυσικά, η μόρφωση, η γνώση της ζωής, η εντιμότητα και η οξυδέρκεια δεν είναι επαγγελματικά χαρακτηριστικά που εκτιμώνται σήμερα από τους ιδιοκτήτες, αλλά ο καθείς και τα όπλα του. Και βέβαια υπάρχουν πολλές σκοτεινές ζώνες για τις οποίες τι να λέμε τώρα. Ας απολογηθούν όμως κάποτε και οι κατέχοντες στον Τύπο για την κατάντια του, όχι μόνο οι εργάτες του. Από τους ανθρώπους όμως απογοητευόμαστε, όχι από τα επαγγέλματα ή τις ιδέες.
Εγώ για να ζήσω θα κάνω όποια δουλειά βρω, όπως λέει και η συνάδελφος από τον Ελεύθερο Τύπο, σε μια υποδειγματική συνέντευξη που έδωσε στο Κ της Καθημερινής την Κυριακή, υποδειγματική γιατί αυτή είναι ακριβώς η ψυχή της ελληνικής δημοσιογραφίας σήμερα.
Θυμάμαι μικρός έγραφα χειρόγραφες εφημερίδες στο σχολείο. Και είχα τετράδια με λίστες. Τα μεγαλύτερα βουνά, τα μεγαλύτερα ποτάμια, πώς έγινε ο γύρος του κόσμου με τον Ιούλιο Βερν. Ε, μην νομίζετε ότι η δημοσιογραφία είναι κάτι πολύ παραπάνω. Μερικές λίστες και πολλά περισσότερα όνειρα. Είδομεν...