Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Κατάρα και Εγνατία, ένα όχι και τόσο οριστικό τέλος



Μέσα σε όλη αυτήν την εκλογολογία που μας ταλαιπωρεί δύο χρόνια τώρα και βέβαια εν μέσω της οικονομικής κρίσης που ψαλιδίζει τα όνειρα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων, επιτελέστηκε χτες μια μικρή αλλαγή στον χάρτη της χώρας. Η Κατάρα, το πασίγνωστο ορεινό πέρασμα από την Ήπειρο στη Θεσσαλία, καταργήθηκε.
Ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Γιώργος Σουφλιάς εγκαινίασε δύο νέα τμήματα της Εγνατίας (αναλυτικά εδώ). Το πρώτο είναι η γέφυρα Αράχθου, στην Μπαλντούμα, ένα σημείο που μέχρι πρότινος το περνούσαν όσοι ήθελαν να ταξιδέψουν από τη Δύση προς την Ανατολή, περνώντας μια στρατιωτική γέφυρα μπέλεϊ (πριν από λίγα χρόνια είχε κατασκευαστεί μια κανονική γέφυρα που τώρα θα αποτελεί μέρος του τοπικού και μόνο δικτύου ενώ προπολεμικά περνούσες το ποτάμι με πορθμείο). Έτσι από τα Γιάννενα ως το Μέτσοβο, οι ταξιδιώτες θα κινούνται από σήμερα μέσα στην Εγνατία με λίγα χιλιόμετρα ακόμα σε στενό δρόμο.
Επιπλέον όμως ο υπουργός εγκαινίασε ένα ακόμα κομμάτι, αυτό από τον κόμβο Μετσόβου μέχρι τον κόμβο Παναγιάς συνολικού μήκους 15 χιλιομέτρων, όπου και θα δίνεται η έξοδος προς τη Θεσσαλία. Κάπου εκεί θα έρθει αργότερα και ο οδικός άξονας για την Στερεά Ελλάδα, ο E65 όπως τον λένε. Από τον κόμβο της Παναγιάς μέχρι τα Γρεβενά μένουν ακόμα λίγες εργασίες που όπως υποσχέθηκε ο υπουργός θα τελειώσουν στα τέλη Απριλίου, οπότε από τον Μάιο, από τα Γιάννενα ως τη Θεσσαλονίκη, η Εγνατία θα είναι (σχεδόν) ολοκληρωμένη. Από την άλλη μεριά, προς την Ηγουμενίτσα, λείπει μια σήραγγα στην Τύρια ήδη όμως έχει παραδοθεί το υπόλοιπο κομμάτι.

Η σημασία της Εγνατίας Οδού είναι προφανής. Και μόνο μια φορά να έχεις ταξιδέψει την απόσταση Τρίκαλα- Γιάννενα, ξέρεις τι σημαίνει «εθνική οδός». Στην ουσία η Ήπειρος ήταν αποκλεισμένη από Βορρά (προς το Νότο έχει ακόμα διέξοδο στα πιο φονικά κομμάτια εθνικών δρόμων της χώρας, ως την Αθήνα, μέχρι τουλάχιστον να γίνει η Ιόνια Οδός).
Η απομόνωση όμως της Ηπείρου είναι μια σχετική έννοια όταν τη δεις σε ιστορικό βάθος. Γιατί αιώνες ολόκληρους η Ήπειρος έβρισκε τα περάσματα και ανοίγονταν στον κόσμο. Οι Ηπειρώτες έμποροι άκμαζαν στα πιο γνωστά εμπορικά κέντρα των Βαλκανίων και της Μεσογείου και το χρήμα πάντα έβρισκε τον τρόπο του να ρέει ανάμεσα στα βουνά.
Ένα από τα περάσματα, το πιο πρόσφατο σχετικά, ήταν και η Κατάρα, ειδικά εκείνο το κομμάτι της που ακούγονταν ως εφιάλτης στα δελτία ειδήσεων, ο «Αυχένας» («με αλυσίδες κινούνται οι οδηγοί στην Κατάρα», λέγανε τους χειμώνες). Μια εθνική οδός όμως που, ας μην το ξεχνάμε, κράτησε ανοιχτή τη θύρα της Ηπείρου επί δεκαετίες και κάποια στιγμή με το κλείσιμο των συνόρων στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας το ’90 έδωσε διέξοδο και στην Ευρώπη.
Την Κατάρα τη γνώρισα καλά στα αμέτρητα ταξίδια Γιάννενα- Θεσσαλονίκη και πάλι πίσω ως φοιτητής. Την πέρασα και για τον Έβρο ως στρατιώτης και λίγες φορές ακόμα για τους νέους, εξ αγχιστείας συγγενείς στη Λάρισα. Ώσπου πριν από πέντε περίπου χρόνια άνοιξε ένα νέο πέρασμα (πάνω σε ένα παλιό, πάντα), αυτό της Μηλιάς που οδηγούσε στην Εγνατία στα Γρεβενά.
Γεμάτα πάντα τα λεωφορεία με φοιτητές, φαντάρους και μετανάστες από την Αλβανία καθηλώνονταν επί ώρες στην Κατάρα τον χειμώνα, πίσω από μια νταλίκα που «δίπλωνε» κι έπρεπε να περιμένεις τον γερανό να έρθει να τη μετακινήσει. Τείχος ολόκληρο το χιόνι γύρω όπως το πέταγαν τα αποχιονιστικά, δεν άφηνε και πολλά περιθώρια έτσι κι αλλιώς για παράπλευρες διαφυγές. Θυμάμαι μια φορά που είχαμε κολλήσει για τα καλά με το λεωφορείο, πόσο νευρικοί και ανυπόμονοι είχαν γίνει κάποιοι 40άρηδες ταξιδιώτες που είχαν την αίσθηση ότι θα μπορούσαν «να βρουν ένα ξενοδοχείο» για να περάσει η βραδιά παρά να περιμένουν να ανοίξει ο δρόμος. Προσωπικά δεν ανησυχούσα, λίγο γιατί ήξερα από τον πατέρα μου που δούλευε στο ΚΤΕΛ Ιωαννίνων ότι ποτέ δεν είχε γίνει κανένα σοβαρό ατύχημα με λεωφορείο, λίγο γιατί εμπιστευόμουν πάντα τους έμπειρους οδηγούς.
Μια εικόνα όμως που ποτέ δεν θα ξεχάσω ήταν ένα μεσημέρι με ομίχλη και χιόνι στην Κατάρα που είδα από το παράθυρο του λεωφορείου μια αλυσίδα καμιά δεκαριά ανθρώπων, με φτηνά γκρίζα σακάκια, σκυμμένοι, να περπατάνε ο ένας πίσω από τον άλλο, προς την Καλαμπάκα. Αλβανοί που πήγαιναν προς τα μεροκάματα της θεσσαλικής γης- μια εικόνα που μόλις πρόσφατα νομίζω ότι κατάφερε να την καταγράψει ο διεθνής κινηματογράφος με τον Κώστα Γαβρά στον Παράδεισο στη Δύση (πρωτοπόρα όμως στη μετακίνηση των μεταναστών στα ελληνικά εδάφη ήταν η ταινία «Απ’ το χιόνι» του Σωτήρη Γκορίτσα το 1993).
Αν επιμένω στην προσωπική εμπειρία είναι γιατί πιστεύω ότι μια γεωγραφική αλλαγή έχει καίριες επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων. Τα περάσματα, οι μεγάλες στράτες του κόσμου, τα χάνια και οι κυρατζήδες, το εμπόριο και οι μεγάλες πόλεις- εμπορικοί σταθμοί, τα λιμάνια, όλα αυτά αποτελούν στην ουσία μια βιο- γεωγραφία που και να θέλουμε να την αγνοήσουμε, δεν μπορούμε. Υπάρχει και μας καθορίζει. Και τα περάσματα την Ήπειρο την καθόρισαν.


Το πέρασμα προς τη Μηλιά και την Κρανιά που βγάζει στην Εγνατία, λίγα χιλιόμετρα μακριά από την Κατάρα. Σε λίγες εβδομάδες η Εγνατία θα ολοκληρωθεί και ο νέος δρόμος από το Μέτσοβο και την Παναγιά θα ανοίξει προς τη Δυτική Μακεδονία . Αυτό το πανέμορφο αλπικό τοπίο όμως και τα βλαχοχώρια θα είναι εκεί και θα περιμένουν τον επισκέπτη που θέλει να δει έναν διαφορετικό τόπο


Ο Δημήτρης Σαλαμάγκας, αυτός ο τόσο διαυγής συγγραφέας της τοπικής ιστορίας και παράδοσης θα γράψει τις εμπειρίες του από το ταξίδι του στο Μέτσοβο και την Κατάρα, στην εφημερίδα «Ήπειρος» το 1937, κείμενο που θα δημοσιεύσει σε αυτοτελές βιβλίο το 1959. Θα τον συναρπάσει η ομορφιά του δάσους και των βουνών στην Κατάρα, θα μείνει έκθαμβος μπροστά στην ωραιότητα της φύσης. Συμπτωματικά θα βρεθεί εκεί την περίοδο που κατασκευάζεται η εθνική οδός όπως την ξέρουμε σήμερα που κι εκείνη έκανε κάποιες μετατοπίσεις από τις ιστορικές διαδρομές. Γράφει: «Μα τ’ είναι τέλος πάντων αυτή η Κατάρα; Η καρδιά μπορούμε να πούμε της Πίνδος με τις ψηλές κορφές και τα βαθειά βυθίσματα. Είναι ο Λάκμων, ο Ζυγός, η Κατέρα και το τμήμα που τώρα ανεβαίνουμε είναι μια στενή λουρίδα ανάμεσα στο Σπίλο και το Δοκίμι».
Θα μεταφέρει και μερικές εκδοχές για την ονομασία της περιοχής: Καταραμένο βουνό γιατί ποτέ η αντάρα δεν σηκώνεται από πάνω του, η θρυλούμενη κατάρα του Δεσπότη όταν θάφτηκε εκεί ένας ολόκληρος συνοικισμός σκηνιτών από μια χιονοθύελλα την ώρα που μετακινούνταν στα χειμαδιά, μια σχέση με το «Χάνι του Γιάννη Κατάρα». Όλα ενδιαφέροντα αυτά. Αξιοπρόσεκτη και η πληροφορία ότι στην κατασκευή του δρόμου δούλευαν και παιδιά, υπόμνηση για το πόσο έχουν αλλάξει οι εποχές στη χώρα μας, προς το καλύτερο πάντα, μέσα 70 χρόνια.
Μεγάλη υπόθεση τα περάσματα. Στο μνημειώδες έργο του Γ. Πλατάρη- Τζίμα «Κώδικας διαθηκών Μετσόβου» (έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων και Δήμου Μετσόβου, 2004) μέσα από τις διαθήκες των Μετσοβιτών αναδεικνύεται όλος αυτός ο βλάχικος πολιτισμός και η οικονομική άνθηση που ευεργέτησε όχι μόνο το Μέτσοβο και την Ήπειρο, αλλά ολόκληρη την Ελλάδα.
Ενώ σε ένα άλλο σημαντικό βιβλίο, μοναδικό στο είδος του, από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων το 1998, το «Νομός Ιωαννίνων, σύγχρονη πολιτισμική γεωγραφία» σε επιμέλεια του Καθηγητή Βασίλη Νιτσιάκου, σημειώνεται: «Η οικονομική, στρατιωτική και πολιτική σημασία των αυχένων της Πίνδου είναι προφανής. Τα ορεινά περάσματά της όμως αποτελούν συγχρόνως και φυσικούς σταθμούς που εξελίσσονται στο πλαίσιο του γενικότερου συστήματος διοίκησης και ασφάλειας σε σημαντικούς κόμβους με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, γεγονός που συμβάλλει τα μέγιστα και στη δημογραφική τους ανάπτυξη».
Το Μέτσοβο αποτέλεσε κομβικό σημείο για το δρόμο του εμπορίου κι ο «Ζυγός» ταυτίστηκε ως πέρασμα και τοπωνύμιο με τη διέξοδο (και την είσοδο) από και προς την Ήπειρο.
Τα περάσματα όμως δεν φέρνουν πάντα πλούτο, εξουσία και ανάπτυξη. Συγκεντρώνουν και στρατούς και απαγορεύσεις και σημάδια στα χάρτια των πολέμων. Στην αποχώρηση από τα αλβανικά εδάφη μετά τη συνθηκολόγηση την άνοιξη του 1941, ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού στρατού θα βρεθεί για κάποιες μέρες στο Μέτσοβο. Τις απίστευτες σκηνές μέσα στο χωριό που πλημμυρίζει από στρατιώτες, αλλά και την έξοδο προς τη Θεσσαλία την ώρα που οι Γερμανοί έρχονται προς την Ήπειρο, θα περιγράψει ο Γιάννης Μπεράτης στο τρομερό του βιβλίο του «Το πλατύ ποτάμι» (εκδ. Ερμής, 1999) με τον δικό του, μη αναμενόμενο πάντως τρόπο: «Αρχίσαμε να παίρνουμε τους ανήφορους της Κατάρας. Δεν την είχα ξανακούσει αυτήν την ονομασία κι όταν ο Πολιτόπουλος την πρόφερε, νόμισα πως αστειεύεται. Ο δρόμος ήταν εξαιρετικά ωραίος, στρωτός, όλο κορδέλες, και κάτ’ απ’ τον καταγάλανο ουρανό και τον έντονο ήλιο, το παχύ πετρωμένο χιόνι που απλωνόταν απ’ τις δύο μεριές μας, ανάμεσα σε πεύκα κι έλατα, λαμποκοπούσε και σπίθιζε σαν κρύσταλλο. Σου ‘κανε εντύπωση να ξαναβρίσκεις πάλι χιόνι εδώ, μετά την Αλβανία που την είχες εγκαταλείψει με σχεδόν ανοιξιάτικο καιρό».
Ακόμα και εν μέσω πολέμου, η εντύπωση που δίνει το φυσικό τοπίο μένει βαθιά χαραγμένη. Κι αν μη τι άλλο οι παλιοί μας εθνικοί δρόμοι μας έδιναν και σε εμάς την ευκαιρία για μια πιο προσωπική επαφή με την Πίνδο. Ακόμα και σήμερα, που τρέχουμε για να προλάβουμε να φτάσουμε στη Θεσσαλονίκη, η Κατάρα, η Μηλιά, το Μέτσοβο, παραμένουν ένα πανέμορφο τοπίο, έστω και ως φόντο των αυτοκινητικών μας διαδρομών.

Η Εγνατία οδός αλλάζει το χάρτη. Όχι ριζικά πάντως. Και το πέρασμα προς τα Γρεβενά έτσι όπως κόβει κάθετα την Πίνδο, γνωστό ήταν από παλιά, αφού και την Δυτική Μακεδονία την προσέγγιζαν για αιώνες οι άνθρωποι μέσω Μηλιάς και τη Θεσσαλία από το πέρασμα του Μετσόβου. Όσοι έρχονταν βέβαια από τον Βορρά, από τον Δρίσκο στρίβοντας στην άκρη του βουνού, στο Μιτσικέλι, θα έβλεπαν απότομα το μαγευτικό θέαμα της μεγάλης πολιτείας, των Γιαννίνων.

Θα ‘ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,
στο χιόνι και στον άγριο καιρό,
γυάλινα και μαλαματένια.

Όπως τραγούδησε ο Μιχάλης Γκανάς στα Γυάλινα Γιάννενα (εκδόσεις Καστανιώτη).
Αυτή η εικόνα χάνεται. Άλλωστε στους νέους μεγάλους δρόμους, δεν βλέπεις έξω, μόνο τρέχεις και οι μπάρες σου κόβουν το τοπίο, για να μην φοβάσαι ίσως και να μένεις απροσπέλαστος στο στόχο σου που είναι να φτάσεις- κι όχι να ταξιδέψεις πια. Κι η Εγνατία τώρα διαπερνάει το Μιτσικέλι με το πιο μεγάλο τούνελ της Εγνατίας στον Δρίσκο, περνάει ξώφαλτσα την πόλη, και κατεβαίνει στον κάμπο της Καστρίτσας (εκεί κοντά δηλαδή στην αρχαία πόλη, μια άλλη απροσδόκητη συνάντηση της ιστορίας) και βγαίνει και συναντά το νότιο πια πέρασμα των Ιωαννίνων, από ‘κεί που έρχονται τα κάτω χωριά του νομού, οι Αρτινοί και οι Αθηναίοι.
Η Εγνατία όμως με όποιες αλλαγές κι αν φέρνει, με όσους μικρούς ή μεγάλους τόπους κι αν παρακάμπτει όπως την Κατάρα, παραμένει ακόμα το παλιό σημάδι της γης που ενώνει τόπους και ανθρώπους, που κινεί τον κόσμο. Και θα έχει ενδιαφέρον να δούμε τι θα γίνει και σε τούτο τον νέο χάρτη που ξεπροβάλλει.